Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Ποιήματα με κοινό θέμα την Κυριακή.



Ναζίμ ΧΙΚΜΕΤ, «ΚΥΡΙΑΚΗ»


Σήμερα είναι Κυριακή

Για πρώτη φορά με άφησαν σήμερα και βγήκα στη λιακάδα

Δε μου ‘τυχε ποτέ σε όλη τη ζωή μου

Να μείνω έτσι ακίνητος κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό

Και ν’ απορώ που είναι τόσο μακριά μου

Τόσο γαλάζιος, τόσο απέραντος

Έκατσα κατάχαμα γεμάτος σεβασμό

Κι ακούμπησα την πλάτη στον ασβεστωμένο τοίχο.

Και τούτη τη στιγμή δε μπαίνει ζήτημα

Να ριχτώ στα κύματα, μήτε μς νοιάζουν οι αγώνες

Μήτε που σκέφτομαι καθόλου τη λευτεριά και τη γυναίκα.

Η γη, ο ήλιος, κι εγώ μέσα στον ήλιο ευτυχισμένος.




Ἡ δύσκολη Κυριακή
Μίλτος Σαχτούρης

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ



Μανόλης Αναγνωστάκης
Χειμώνας 1942


Ξημέρωσεν ὁ δείχτης πάλι Κυριακή.

Ἑφτὰ μέρες
Ἡ μιὰ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
Δεμένες
Ὁλόιδιες
Σὰ χάντρες κατάμαυρες
Κόμπο λογιῶν του Σεμιναρίου.

Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό.
Ἕξι μέρες ὅλες γιὰ μία
Ἕξι μέρες ἀναμονὴ
Ἕξι μέρες σκέψη
Γιὰ μία μέρα
Μόνο γιὰ μία μέρα
Μόνο γιὰ μίαν ὥρα
Ἀπόγευμα κι ἥλιος.

Ὧρες
Ταυτισμένες
Χωρὶς συνείδηση
Προσπαθώντας μία λάμψη
Σὲ φόντο σελίδων
Μὲ πένθιμο χρῶμα

Μιὰ μέρα ἀμφίβολης χαρᾶς
Ἴσως μόνο μίαν ὥρα
Λίγες στιγμὲς
Τὸ βράδυ ἀρχίζει πάλι ἡ ἀναμονὴ
Πάλι μίαν ἑβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό

Σήμερα βρέχει ἀπ᾿ τὸ πρωί.
Ἕνα κίτρινο χιονόνερο.



Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Κυριακή απόγευμα»


Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:

Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο

να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.

Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε

σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.

Όταν προχώρησα στο ιπλανό δωμάτιο

κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».

Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε

μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια

για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.

Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές

όταν τα θέματα σουρούπωναν

κι ονόμασα τα μάτια σου

«καθημερινά απογεύματα»

κι όλον εσένα Κυριακή

που είναι μπάντα δύσκολη.




Κυριακή, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ενώ σπανιότερα αναφέρεται ως έβδομη ημέρα της εβδομάδας, με πρώτη τη Δευτέρα.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι η μέρα του Κυρίου και εκεί οφείλει την ονομασία της. Η Κυριακή είναι, για τους περισσότερους εργαζόμενους η μέρα της εβδομαδιαίας αργίας, εντούτοις αρκετές κατηγορίες εργαζόμενων εργάζονται και την Κυριακή.

Στα Αγγλικά σημαίνει η μέρα του Ήλιου (Sunday).

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κωνσταντίνος Καβάφης Μικρό αφιέρωμα σε έναν Μεγάλο ποιητή!

Κωνσταντίνος Καβάφης


Απολείπειν ο θεός Aντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.




Ιθάκη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.


Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...


Περιμένοντας τους Bαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                             __

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.




Ο Κωνσταντίνος Καβάφης υπήρξε το ένατο παιδί τού μεγαλεμπόρου Πέτρου Καβάφη. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1863, όπου οι γονείς του εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη, και πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1933, της οποίας υπήρξε η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία. Ο Καβάφης υπήρξε στην κυριολεξία μόνο ποιητής και μάλιστα από τους μεγαλύτερους των χρόνων από το Εικοσιένα ίσαμε σήμερα.
Eζησε αρκετά χρόνια της παιδικής του ηλικίας στην Αγγλία και την επισκέφτηκε και μεγάλος. Επισκέφτηκε την Πόλη για δυο χρόνια 1882 1884, και το 1885 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Από τότε έμεινε μόνιμα στην αγαπημένη του πόλη, πραγματοποιώντας μικρά ταξίδια στο Κάιρο, ένα στην Ελλάδα κι ένα για λίγους μήνες στο Παρίσι και το Λονδίνο. Το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα το έκανε το 1932, για λόγους υγείας, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του.
Ο Καβάφης γνώριζε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, καθώς και αραβικά. Υπηρέτησε 34 χρονιά ως υπάλληλος στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου και έζησε τη ζωή του μόνος, εργένης και ανύπαντρος. Εκτός από δυο χρόνια που φοίτησε στο ελληνικό εκπαιδευτήριο τού Παπαζή στην Αλεξάνδρεια, τα γράμματα τα έμαθε με οικοδιδασκάλους και την πλατύτερη λογοτεχνική, ιστορική και φιλοσοφική του καλλιέργεια την απόχτησε μόνος του. Ήταν κάτοχος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και γνώριζε σε βάθος την ελληνική ιστορία, την ελληνική κλασσική παιδεία και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.
O Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα σε ηλικία 21 ετών, και εξακολούθησε να γράφει μέχρι το θάνατό του. Τα ποιήματά του, όλα στην ελληνική, δεν τα εξέδωσε ποτές σε βιβλίο. Τα κυκλοφορούσε στην αρχή σε «φέιγ-βολάν», πού μοίραζε στους φίλους του. Από το 1886 άρχισε να τα δημοσιεύει σε περιοδικά επηρεασμένα από τους Αθηναίους ποιητές του καιρού του. Από το 1900 όμως εγκαινίασε τη δική του προσωπική ποίηση, που έφερε έναν καινούριο τόνο στον ελληνικό Παρνασσό, και της οποίας η υποβολή χρειάστηκε μακριά πίστωση χρόνου ώσπου να επιτευχθεί. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και η αντίδραση, που γνώρισε υπήρξαν πρωτοφανείς.
Αν εξαιρέσουμε τον Γρηγόριο Ξενόπουλο κι έναν - δυο ακόμα, οι περισσότεροι σύγχρονοί του λόγιοι δεν μπόρεσαν ν' αντιληφθούν τίποτα από το πρωτόφαντο και το ιδιότυπο της ποίησής του, ούτε την επανάσταση που πραγματοποιούσε στα ποιητικά καθιερωμένα «του ακατάσχετου ρητορισμού, της ομοικατάληκτης φλυαρίας και του κενόλογου στόμφου» όπως γράφει ο Ι.Μ. Παπαφώτης.
Ένας αξιόλογος κατά τα άλλα - κριτικός της λογοτεχνίας μας, ο Ηλίας Βουτιερίδης έγραψε: «Πολλοί στίχοι του είναι περισσότερο πεζογραφήματα. Η φαινομενική φιλοσοφία του είναι ρηχή και κοινοτοπίες. Ο θαυμασμός ορισμένων ανθρώπων στην ποίησή του είναι συρμός, που γρήγορα θα περάσει». Κι όμως, ο Καβάφης μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες.
Αρνητική στάση κράτησε στην αρχή κι ο Παλαμάς. Αργότερα όμως αναγνώρισε στο έργο του τον αληθινό ποιητή. Αρνητές του υπήρξαν ακόμα ο φώτος Πολίτης, ο Ταγκόπουλος, ο Π. Βλαστός, ο Γιάννης Ψυχάρης κυρίως για τη μεικτή, καθαρευουσιάνικη γλώσσα του - κι έφτασε σε σημείο να γράψει την παρακάτω φράση για τον Καβάφη «... Κι έτσι έγινε πολύ εύκολα ο Καβάφης ο Καραγκιόζης της Δημοτικής». Πόσο θα λυπόταν ο μεγάλος Δάσκαλος, αν ζούσε σήμερα, για τον άπρεπο αυτό λόγο. Το ίδιο έπαθε και ο Γ. Θεοτοκάς, όταν έγραψε με πάθος στο «Ελεύθερο πνεύμα» του το 1929: «Σε μια συνεδρίαση του Κακουργοδικειου, συχνά σε μια απλή δικογραφία διαζυγίου, υπάρχει... περισσότερη ανθρωπότητα, παρά σ' ολόκληρο το καβαφικό έργο... Το καβαφικό έργο είναι σαν ένα σπυρί που τυράννησε έναν οργανισμό πολύν καιρό και τέλος ανοίγει και χύνει το πύο του». Και παρακάτω: «Προσωπικά, ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής!»
Αργότερα ο ίδιος θ' απολογηθεί στην «Πνευματική πορεία του»: «Ήμουν πολύ νέος και νέος σε μια εποχή γενικής ευρωπαϊκής και ελληνικής αισιοδοξίας... Πίστευα με πάθος στον τόπο μου, στη γενιά μου, στο μέλλον μας και λάτρευα τη ζωή... Ξεκινώντας με τέτοιες διαθέσεις, νόμισα ξαφνικά πως είδα τον Καβάφη να με σαρκάζει αμείλικτα, μέσα από τους θολούς ατμούς της κουρασμένης ευαισθησίας του και της πικρής σοφίας του...».
Εκείνα πού περισσότερο ξάφνιασαν τους λόγιους στην ποίηση του Καβάφη, ήταν η ιδιότυπη γλώσσα του, το απροσδόκητο της τεχνοτροπίας του, το στιχουργικό παίγνιό του, οι διαυγείς φιλοσοφημένες συλλήψεις του, με δυο λόγια η προσωπική και ανεπανάληπτη ποιητική τέχνη του. «Ετσι, από τον αιφνιδιασμό αυτόν οι μορφωμένοι της εποχής εκείνης - γράφει ο Πέτρος Χάρης - βγήκαν κάτι περισσότερο από ζημιωμένοι: ούτε λίγο, ούτε πολύ, έδειξαν πως δεν ήταν σε θέση να νιώσουν έναν αληθινό ποιητή. Κι ο Καβάφης ήταν ο προσωπικότερος ποιητής μας».
Το έργο του Καβάφη δεν επιβάλλεται με τον όγκο του, αλλά με την ποιότητά του. Κάθε ποίημά του είναι και μια ολοκληρωμένη ποιητική μονάδα. Ο ποιητής Καβάφης, χωρίς λυρικά ψιμύθια, χωρίς ποιητικούς ακροβατισμούς και στείρα πολυλογία, περικλείει σε κάθε του ποίημα μιά ολόκληρη σύνθεση, που αποτελεί ορόσημο στην ποίησή μας. Βέβαια είπε πολύ λιγότερα απ'όσα μπορούσε να πει ένας άνθρωπος με τη φιλοσοφική του διάθεση. Μπορεί ο στίχος του να μην μας ενθουσιάζει. Μας κάνει όμως κάτι καλύτερο , μας κάνει να σκεφτούμε. Σ' αυτόν τον τόπο που τον κατάστρεψαν οι ενθουσιασμοί, τα μεγάλα λόγια και οι εύκολες αποφάσεις, ο ποιητής μας παραστέκεται σαν οδηγός και σύμβουλος. «Προετοιμάζει τον άνθρωπο για τις μεγάλες περιπέτειες, για τα φοβερά διλήμματα, για τις κρίσιμες στιγμές, και τον οπλίζει με την καρτερία και την αξιοπρέπεια, που πρέπει να έχει όποιος δεν θέλει να ποδοπατηθεί από τη ζωή».
Μερικά από τα ποιήματα του Καβάφη έγιναν σήμερα κτήμα όλων των λαών. θ' αναφέρουμε μερικά: H πόλις, Θερμοπύλες, Κεριά, Τείχη, Oσο μπορείς, Yπέρ της Αχαικής συμπολιτείας πολεμήσαντες, Το πρώτο σκαλί, Κ.ά. Η Πόλις προδικάζει τελεσίδικα τη διαιώνιση της μεγάλης περιπέτειας «σ'όλη τη γη». Οι Τρώες μας δείχνουν πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε το πεπρωμένο μας (στωικισμός). Οι Θερμοπύλες είναι η φιλοσοφία της ζωής. Ο άνθρωπος πρέπει σε κάθε περίπτωση να κάνει το χρέος του, να μην εγκαταλείπει τον αγώνα. Αλλά, με στοχασμό, και θέληση, να μάχεται όχι για τη νίκη, αλλά για τα ιδανικά του, για ό,τι πιστεύει και για ό,τι νομίζει. Στο δε ποίημά του Ιθάκη μας δίνει το καταστάλαγμα της φιλοσοφίας της ζωής, για όλους τους ανθρώπους της γης. Όταν ωριμάσει πια ο άνθρωπος βλέπει πόσο μάταιοι ήταν όλοι οι κόποι του στη ζωή, και μόνο η πείρα που κέρδισε από τους αγώνες του δικαιώνει την προσπάθειά του:
...Κι αν πτωχική τη βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες, οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Η ποίηση του Καβάφη έχει, από χρόνια τώρα, ξεπεράσει τα Ελληνικά πλαίσια και εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή και αμερικανική. Η ένταξη αυτή υπογραμμίζει την ποιητική του ιδιοφυΐα και τη μεγαλοσύνη του. Ποιητής ανεπανάληπτος, γέμισε με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή. Με το έργο του η ελληνική ποίηση απλώθηκε στον πλατύτερο ευρωπαϊκό χώρο, γιατί πολλά από τα ποιήματά του, είναι ποιήματα κάθε εποχής και κάθε λαού. Κι αυτά του εξασφάλισαν την παγκοσμιότητα.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

"Τυφλόμυγα" Στέλλα Κωνσταντίνου

Τυφλόμυγα


Θα επιστρέψω στα χρόνια της αθωότητας.
Θα έχω μαζί μου καραμέλες φλόκες
τα παπούτσια μου με λιωμένες σόλες από την δεξιά πλευρά
(το φρένο στο ποδήλατο)
θα σκουπίζω τις μύξες στο μανίκι
και θα κοιμάμαι στις οκτώμιση.

Θα γυρίσω στα χρόνια της επανάστασης.
Η αδελφή σπαστικιά, ο αδελφός φασίστας,
η μάνα και ο πατέρας ορκισμένοι μου εχθροί
θα την πέφτω στις δώδεκα

Θα επιστρέψω στα χρόνια της αναζήτησης.
Ατελείωτες ώρες να κοιτώ και να μιλώ στο τηλέφωνο
κλάματα με τις φιλενάδες
κάθε βδομάδα καινούργιοι έρωτες
και καψούρα με αυτούς που με φτύνουν
δεν θα κοιμάμαι, δεν θα κουράζομαι
και τίποτα δεν θα με νοιάζει.

Θα κοιτάξω μπροστά, μπροστά, στον καθρέφτη.
Το τώρα θα δω και θα ξανασφαλίσω τα μάτια.
Ζωή ανάμεσα σε κομπλεξικούς αυλικούς
και λαβαροφέροντες μικροαστούς.
Δημοσιογράφοι που μου τραγουδούν νανουρίσματα
και προύχοντες που το δάχτυλο κουνούν
Δ.Σ. με εξαίρετο έργο (χοροί σε μπουζουξίδικα)
αποδείξεις μισθοδοσίας με χαραγμένο το όνομα του προδότη στη θέση που λέει: «ονοματεπώνυμο»
διακοπές σε in τροχιά
έρωτας τα Σαββατοκύριακα
συσσωρευμένη κούραση αδράνειας
ατελείωτοι καφέδες και μάζεμα αποδείξεων
δορυφορικό πιάτο (το στίγμα ελευθερίας)
διαφημίσεις ανύπαρκτων αναγκών που σε κάνουν την ποθητή γκόμενα τις διπλανής πόρτας
τηλέφωνα που χωρούν την ευτυχία όλου του κόσμου σε μια οθόνη γεμάτη δαχτυλιές
τυφλόμυγα με αραχνοΰφαντο πανί σε προαύλιο σωφρονιστικού ιδρύματος…


Ένα, δύο, τρία… κόκκινο φως!




Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Λιαντίνης. Αποσπάσματα από την "Γκέμμα".

Δημήτρης Λιαντίνης


Επιλεγμένα αποσπάσματα από το τελευταίο του βιβλίο, Γκέμμα.



Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.

Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέλησή σου. Παλεύω τη δύναμή σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον.Μπαίνω μέσα στη γη, όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο στον Άδη αφ’εαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειό σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το “ποτέ πια” και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν.

Ο έρωτας είναι γνώση. Ο έρωτας είναι ευγένεια και αρχοντιά.Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου, Πως η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατέλειωτη προσφορά και θεία στέρηση για το θηλυκό.Το θηλυκό να κυνηγάει τις τύψεις του. Στον έρωτα όλα γίνονται για το θηλυκό. Η μάχη και η σφαγή του έρωτα έχει το νόημα να πεθάνεις το θηλυκό, και να το αναστήσεις μέσα στα λαμπρά ερείπια των ημερών σου. Πάντα σου μελαγχολικός και ακατάδεχτος…
Στη σωστή ερωτική ομιλία, το θηλυκό δίνει το ύφος της σάρκας και το αρσενικό τη σύνεση της δύναμης. Μιλώ για τα καράτια κοντά στα εικοσιτέσσερα. Για στήσιμο πολύ μεταξωτό. Και το μετάξι μόνο ζωικό παρακαλώ. …
Το πρώτο λοιπόν είναι πως όταν το θηλυκό είναι θηλυκό, την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη την έχει ο άντρας.Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας. Να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα.



Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.
Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.
Έτσι , από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής.
Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το “είναι” και το “μηδέν” του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του.
Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής, ισχυρή, βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.
Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου.
Γι αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ιδίου προσώπου.








Ο Δημήτρης Λιαντίνης (23 Ιουλίου 1942 - 1998) υπήρξε αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της αγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας εννέα βιβλίων με φιλοσοφικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο.
Το επώνυμό του ήταν Νικολακάκος, το οποίο άλλαξε σε Λιαντίνης για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Λιαντίνα της Λακωνίας.
Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο της Σπάρτης. Το 1966 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, Τμήμα Φιλολογίας. Από το 1968 μέχρι το 1970 υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση στους Μολάους Λακωνίας. Τον Οκτώβριο του 1970 μετέβη στο Μόναχο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1972 και σπούδασε τη γερμανική γλώσσα, διδάσκοντας συγχρόνως ως φιλόλογος στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο της Otto Gesellschaft του Μονάχου. Από το 1973 μέχρι το 1975 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση στις Θεσπιές Βοιωτίας. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978 έγινε Διδάκτωρ με βαθμό «άριστα» και θέμα της διδακτορικής διατριβής: «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».
Υπήρξε από το 1975 μέχρι το 1998 βοηθός, επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της Aγωγής και της Διδακτικής των ελληνικών μαθημάτων στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978-79 με εκπαιδευτική άδεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης φιλοσοφία και συγχρόνως δίδασκε σε εντεταγμένο ελληνικό σχολείο στο Ludwigshafen. Εκτός του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στη Μετεκπαίδευση των δασκάλων σε διάφορα ΠΕΚ.
Το 1973 παντρεύτηκε τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου. Από το γάμο τους απέκτησαν μια κόρη, τη Διοτίμα.
Την 1η Ιουνίου 1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε αφήνοντας γράμμα προς την κόρη του, στο οποίο δήλωνε πως είχε αποφασίσει «να αφανισθεί αυτοθέλητα», όπως χαρακτηριστικά έγραφε. Η υπόθεση της εξαφάνισής του απασχόλησε την κοινή γνώμη, λόγω ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ. Τον Ιούλιο του 2005 ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολάκακος οδήγησε την κόρη του Λιαντίνη σε μία σπηλιά του Ταϋγέτου, όπου μέσα κείτονταν ο ίδιος. Όπως έγραψε στο τελευταίο γράμμα στην κόρη του, είχε προετοιμάσει αυτή τη στιγμή βήμα-βήμα μια ολόκληρη ζωή. Μετά την ανεύρεση του σκελετού, έγιναν ιατροδικαστικές εξετάσεις που κατέληξαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο νεκρός ήταν ο Λιαντίνης. Όμως άφησαν αναπάντητο το πώς πέθανε, δεδομένου ότι δεν ανευρέθη στις τοξικολογικές εξετάσεις κάποια ουσία που να επιφέρει τον θάνατο. ’γνωστη είναι και η ακριβής ημερομηνία του θανάτου, η οποία ωστόσο δύναται να προσδιοριστεί μεταξύ 1ης και 5ης Ιουνίου 1998. Παρότι η επιθυμία του ίδιου ήταν τα οστά του να μείνουν στον Ταύγετο, τελικά ενταφιάστηκαν στις 20 Αυγούστου 2005 στο νεκροταφείο των Κεχρεών Κορινθίας.

Έγραψε εννέα βιβλία φιλοσοφικού και παιδαγωγικού στοχασμού. Τα βιβλία του είναι τα εξής:
* Έξυπνον Ενύπνιον (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά και σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα τις ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε. Το βιβλίο με μικρές διαφοροποιήσεις αποτελεί απόδοση στη δημοτική της διδακτορικής του διατριβής (που ήταν σε καθαρεύουσα) με τον τίτλο "Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στς ελεγείες του Duino του R. M. Rilke".
* Χάσμα σεισμού (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά το έργο του Σολωμού. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.
* Ίδε ο άνθρωπος (1979) του Νίτσε: Απόδοση στην ελληνική με προλόγισμα (ο Λιαντίνης αναφερόμενος στη μεταφραστική του εργασία χρησιμοποιεί το ρήμα ελλήνισε).
* Ο Νηφομανής (1982): Αναλύεται η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με φιλοσοφικές συντεταγμένες.
* Homo educandus (1984): Εγχειρίδιο φιλοσοφίας της αγωγής.
* Πολυχρόνιο (1987): Εξετάζει τη φιλοσοφία της στοάς και την επίδρασή της στην πολιτική της Ρώμης.
* Διδακτική (1989): Παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής, προορισμένο για τους φοιτητές.
* Τα Ελληνικά (1992): Αναφέρεται στη διδακτική των αρχαίων και νέων ελληνικών, κυρίως της λογοτεχνίας (με κριτήρια για την αποτίμηση του ποιητικού έργου), και προορίζεται για εκπαιδευτικούς. Περιέχει ενδεικτικό κατάλογο κειμένων τα οποία πρέπει να κατέχει ο εκπαιδευτικός για προσωπική του κατάρτιση.
* Γκέμμα (1997): Περιέχει 16 αυτόνομα κεφάλαια με κυρίαρχα ζητήματα το περί Θεού ερώτημα, τη συνείδηση του "ελληνοέλληνα" και το πρόβλημα του θανάτου στη σύζευξή του με τον έρωτα.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Μίροσλαβ Χόλουμπ








Η ΠΟΡΤΑ

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει 
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια πόλη μαγική.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει. 
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι,
ή την εικόνα
μιας εικόνας.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Αν είναι η καταχνιά 
θα καθαρίσει.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά 
που θορυβεί
κι αν είναι μόνο
κούφιος άνεμος
κι αν
        τίποτα
                  δεν είναι
έξω εκεί,
πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστο
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα.




MIROSLAV HOLUB (γενν. Πίλζεν 1923). Τσέχος ποιητής. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας και ιστορίας των επιστημών στο ίδιο πανεπιστήμιο. Με την ποίηση άρχισε να ασχολείται συστηματικά μετά το 1955. Στη δεκαετία 1970-80 το τσέχικο κομμουνιστικό καθεστώς απαγόρευσε την κυκλοφορία των έργων του.

Ποιητικά βιβλία του: Ημερήσιο καθήκον (1955), Σημειώσεις ενός πήλινου περιστεριού (1977), Το σύνδρομο του ελλείποντος πνεύμονος (1990).

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013






Αν - R. Kipling


Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,

αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,

αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,

αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,

αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,

αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,

αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,

αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,

αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,

αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.

Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,

αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.

Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν

αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…

Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!




Ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (30 Δεκεμβρίου 1865 - 18 Ιανουαρίου 1936) ήταν Βρετανός συγγραφέας και ποιητής. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το Βιβλίο της ζούγκλας (1894), το μυθιστόρημα Κιμ (1901) και το ποίημα"Αν..." (1895). Το 1907, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ήταν ο πρώτος αγγλόφωνος συγγραφέας που κέρδιζε το βραβείο αυτό και μέχρι σήμερα αποτελεί το νεαρότερο κάτοχο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης 






Μαρία Νεφέλη (απόσπασμα)



Η ΝΕΦΕΛΗ

Μέρα τη μέρα ζω - που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το 'να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ' άλλο μου τα ισιώνει

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη

και να 'μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης

η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

Δεν πα' να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους

ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ' αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.



Έτσι που αν στ' αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός

διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να 'μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ

ο Νεφεληγερέτης.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι

σβήσου με γενναιοδωρία.



Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, το Νοέμβριο του 1911. Ήταν ο έκτος γιος της Μαρίας και του Παναγιώτη Αλεπουδέλη, γνωστού σαπουνοβιομήχανου από τη Μυτιλήνη, που διατηρούσε πολύ φιλικούς δεσμούς με το Ελευθέριο Βενιζέλο.
Στην Αθήνα, η οικογένεια εγκαθίσταται, όταν ο Οδυσσέας ήταν 3 χρονών. Στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, στο σπίτι της οδού Σόλωνος, σημαντικό ρόλο έπαιξαν, η Γερμανίδα γκουβερνάντα του Άννα Κέλερ και ο θάνατος της αδερφής του Μυρσίνης το 1918, όταν ο ποιητής ήταν μόνο 7 χρονών. Ένας θάνατος, που τον συγκλόνισε και ίσως να τον έβαλε σ' έναν αγώνα να τον ξεπεράσει, ώστε στο τέλος να αποδεχθεί το θάνατο και να τον νικήσει. Έτσι κατάφερε να κάνει, οίστρο της ζωής, το φόβο του θανάτου.
Σε νεαρή ηλικία ο ποιητής μας στάθηκε τυχερός να έχει σπουδαίους δασκάλους, όπως ο Ιωάννης Κακριδής και ο Γιώργος Αποστολάκης, ευτύχησε να ταξιδέψει πολύ, να μυηθεί στην αγάπη της φύσης, να προχωρήσει στην ανακάλυψη των νησιών του Αιγαίου και να αφήσει την ψυχή του σ' ένα αδιάκοπο ταξίδι στα γαλανά νερά του Αρχιπελάγους.
Στα 13 του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, συνεργασίες του στη "Διάπλαση των Παίδων", ένα περιοδικό που σε μας τα παιδιά θυμίζει τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, την Πηνελόπη Δέλτα και άλλους κορυφαίους των ελληνικών γραμμάτων.
Γράφει τα "Πρώτα ποιήματα" το 1934. Τότε γνωρίζει και συνδέεται με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Μια γνωριμία, που θα τον επηρεάσει και που θα εξελιχθεί σε μια βαθιά, ισόβια φιλία. Για πρώτη φορά τότε, δέχεται απρόθυμα να δημοσιεύσει ποιήματά του στα "Νέα Γράμματα", με το ψευδώνυμο που θα τον έκανε παγκόσμια γνωστό: Ελύτης.
Στο καφενείο του Λουμίδη, ένα στέκι που εγκαινίασαν το 1938, με την άλλη μεγάλη ποιητική μορφή, το Νίκο Γκάτσο, συναντιέται με σπουδαίους ανθρώπους. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζηδάκις ήταν δυο απ' αυτούς.
Στην εποχή του, στην ποίηση επικρατούσε μια νοοτροπία, που ήταν γνωστή με τον όρο "Καρυωτακισμός", που σήμαινε για τη λογοτεχνία ένα κλίμα πόνου, ενοχής και ίσως απαισιοδοξίας. Κόντρα σ' αυτά, ο Ελύτης αντιτάσσει μια ποίηση χαρούμενη, ευφρόσυνη, με μια τρελή ροή λόγου, γεμάτη ζωντανές εικόνες.
Εκπρόσωποι της γενιάς του '30, αυτός και ο Εμπειρίκος, αφομοιώνουν στην ποίησή τους στοιχεία υπερρεαλισμού, σε αντίθεση με τον Σεφέρη - άλλη μια ξεχωριστή μορφή της ίδιας γενιάς - ο οποίος φέρνει στην ελληνική ποίηση, έναν νέο αέρα, επηρεασμένος από τον συμβολισμό.
Ως πολίτης, δεν παρέλειψε να δώσει το παρόν στις κρίσιμες στιγμές του έθνους. Υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπολοχαγός (΄40-'41). Οι εμπειρίες του απ' το Αλβανικό έπος συγκεντρώνονται σ' ένα έργο, το "'Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας".
Στη Γαλλία, το 1950, ξεκινά να γράφει την κορο-νίδα του έργου του, το " 'Αξιον Εστί", που κυκλοφορεί το 1960 και κερδίζει το Πρώτο Κρατικό Βραβείο. Το 1963, ο Σεφέρης παίρνει το βραβείο Νόμπελ και ο Ελύτης, εκδίδει το έργο του " 'Ηλιος ο Πρώτος" και τα επόμενα χρόνια, ηχογραφεί με τον Θεοδωράκη τις "Μικρές Κυκλάδες".
Στα 1972 αρνείται - σαν πράξη αντίστασης - το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας, που του προσφέρει η χούντα. Εκδίδει "Τα ρω του έρωτα", το 1973 και κυκλοφορεί σε μουσική Λίνου Κόκοτου "Το θαλασσινό τριφύλλι".
Το 1979, η Σουηδική Ακαδημία ανήγγειλε, ότι του απονέμει το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο δεύτερος 'Ελληνας, που τιμάται με το ανώτερο βραβείο, στο χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από την πνευματική παρακαταθήκη που μας άφησε. "Προσανατολισμοί" (1940), "Θάνατος και Ανάσταση του Κων/νου Παλαιολόγου" (1971), "Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας" (1972), "Ο ζωγράφος Θεόφιλος" (1973), "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη" (1977), "Μαρία Νεφέλη" (1978), αλλά και ένα τεράστιο έργο στο χώρο της δισκογραφίας.
Από τα δοκίμιά του μέχρι τις μεταφράσεις ξένων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων. Μια προσφορά που συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1992, το βιβλίο "Εν λευκώ" και το 1995 μια συλλογή δοκιμίων με τίτλο "Ο κήπος με τις αυταπάτες". Μια παρακαταθήκη, για την οποία τιμήθηκε και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Άλλεν Γκίνσμπεργκ
Το ουρλιαχτό




Γιά τον Κάρλ Σόλομον

Ι

Είδα τα καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ' την
    τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
να σέρνονται μέσ' απ' τούς νέγρικους δρόμους την αυγή γυ-
    ρεύοντας μια φλογισμένη δόση,
χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-
    ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,
φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-
    νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-
    γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-
    φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,
πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ' τόν εναέριο
    σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-
    ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,
πού πέρασαν απ' τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-
    νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα-
    τικά λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδα-
    ρίνους τού πολέμου,
πού αποβλήθηκαν απ' τίς ακαδημίες γιατ' ήσαν λέει τρελοί κι
    εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,
πού τρέμανε σ' αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας
    τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ' αυτί
    στόν Τρόμο μεσ' απ' τόν τοίχο,
πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας
    φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,
πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Πα-
    ράνταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους
    κάθε νυχτα
μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ' εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες
    καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,
ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό
    μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερ-
    σον, καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,
Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πρά-
    σινων δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, αύ-
    τοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες
    σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,
    ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώ-
    μενα χειμωνιάτικα δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαρα-
    ληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,
πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ' τό
    Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών
    τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας
    σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμέ-
    νοι από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,
πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ
    καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη
    μπίρα στήν  ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό
    τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,
πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ' τό πάρκο στό
    σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού
    Μπρούκλιν,
ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ'
    τίς βεράντες απ' τίς εξόδους πυρκαγιάς απ' τά παράθυρα απ'
    τό Εμπάιερ Στέητ απ' τήν σελήνη,
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
    γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε
    καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,
ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη
    ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,
    κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,
πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέ-
    ρασμά τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ
    Χώλ,
υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής
    Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώ-
    σεως στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,
πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων
    κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν
    κανένα μέ παράπονο,
πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κρο-
    τάλιζαν τραβώντας μεσ' απ' τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρ-
    μες στήν παππούδικη νύχτα,
πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού
    τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο
    ενστικτωδώς κάτω απ' τά πόδια τους στό Κάνσας,
πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνον-
    τας γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν φαντα-
    στικοί ινδιάνοι άγγελοι,
πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη
    άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,
πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα
    όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου
    μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,
πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψά-
    χνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν
    αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί
    τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν
    γιά τήν Αφρική,
πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας
    πίσω τους τίποτ' άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς
    καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό
    τζάκι Σικάγο,
πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή  ερευνώντας τό  F.B.I  μέ
    γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ
    καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,
πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυ-
    ρόμενοι γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-
    πιταλισμού,
πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον
    Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι
    σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,
    τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό
    φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,
πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί
    τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών
πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοη-
    τευμένοι σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν
    είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια παιδερα-
    στία καί μέθη,
πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθη-
    καν έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννη-
    τικά όργανα,
πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους μοτοσυκλε-
    τιστές κι αλάλαζαν από χαρά,
πού κάνανε τσιμπουκι μ' αυτά τ' ανθρώπινα σεραφείμ, τούς
    ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,
πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό
    γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζον-
    τας μ' απλοχεριά τό σπέρμα τους σ' όποιον κι άν ήθελε,
πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί τέ-
    λειωσαν μ' ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ' ένα χαμάμ
    όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει
    μ' ένα ξίφος,
πού χάσανε τ' αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής
    μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δο-
    λάριου τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω
    απ' τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει
    τίποτ' άλλο απ' τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλι-
    δίζει τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού
    τεχνίτη,
πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ' ένα μπουκάλι
    μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέ-
    σαν κάτω απ' τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί
    έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα
    τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό τε-
    λευταίο παίξιμο τής συνείδησης,
πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
    στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι
    όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας
    οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,
πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμ-
    μένα  αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως
    αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ -
    χαρά στ' αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-
    σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
    κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες
    γκαρσόνες στ' ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων
    τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ου-
    ρητηρίων βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,
πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, μετα-
    κινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ'ένα απροσδόκητο Μαν-
    χάτταν, σύρθηκαν έξω απ' τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ'τό
    άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής
    Τρίτης Λεωφόρου  καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό γρα-
    φείο ανεργίας,
πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα
    αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρ-
    τα τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ' ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο
    καί αχνούς,
πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς πολυκα-
    τοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν
    γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κε-
    φάλια τους στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,
πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν κά-
    βουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ, 
πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους
    γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,
πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ'
    τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς
    σοφίτες τους,
πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ
    φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από κα-
    φάσια θεολογίας,
πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλη-
    τες επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρ-
    τησιών,
πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές
    μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο
    τών φυτών,
πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας
    γιά ένα αυγό,
πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ' τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν
    ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ' τό Χρόνο, καί ξυ-
    πνητήρια πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ' όλη τήν
    επόμενη δεκαετία,
πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
    τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν μαγαζιά
    μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,
πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια
    στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ' εκρήξεις μολυβένιου
    στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμά-
    των τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράι-
    δων τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων
    διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα
    ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,
πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι
    συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασμα-
    τική ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς κέ-
    ρασαν μιά μπίρα,
πού τραγουδούσαν απ' τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμέ-
    νοι, έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασ-
    σάικ, ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρε-
    ψαν ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό
    μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ
    τού '30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή
    ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ' αυτιά τους καί συριγ-
    μούς κολοσσιαίων σειρήνων,
πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξι-
    δευόντας ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί
    τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,
πού διασχίσανε τή χώρα απ' τό 'να άκρο στ' άλλο σ' εβδομην-
    ταδύο ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες
    ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν Αιω-
    νιότητα,
πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού
    ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-
    γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό
    Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν' ανακαλύψουν τό Χρόνο,
    καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,
πού πέσανε στά γόνατα σ' απελπισμένες εκκλησιές καί προσ-
    ευχήθηκαν ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση
    καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά
    στιγμή,
πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθα-
    νους εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής
    πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά
    μπλούζ στό Αλκατράζ,
πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συν-
    ήθεια, ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν
    Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκο-
    μοτίβα ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή
    γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,
πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό ρα-
    διόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέ-
    λα καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,
πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού
    στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν
    στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα
    κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας
    άμεσο λοβοτομία,
 καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της ιν-
    σουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας
    ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί αμνη-
    σίας,
πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ
    πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά
    λίγο στην κατατονία,
καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ
    μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν
    ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελο-
    πόλεων τών Ανατολικών Πολιτειών,
στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού
    Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,
    χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής
    αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν
    πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,
μέ τή μάνα τελικά....... καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο
    πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα
    πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού 
    βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-
    πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-
    μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαν-
    τάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, φαν-
    ταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο
    κομματάκι παραισθήσεως -
Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα
    είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού
    χρόνου -
καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμο-
    νισμένοι από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρή-
    σης τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί
    τού παλμικού επιπέδου,
πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώ-
    ρο καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγί-
    δευαν τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές ει-
    κόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό
    ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν 
    αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus
 γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού άνθρώ-
    πινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί
    νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως
    ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής
    σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,
ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι
    όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά
    ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς
πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής
    τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν
    το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ
    μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανα-
    τρίχιασε τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο
μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί 
    πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά 
    χίλια χρόνια.
 


II

Ποιά σφίγγα τσιμέντου καί αλουμίνιου έσπασε τά κρανία τους 
    καί καταβρόχθισε τά μυαλά καί τή φαντασία τους;
Μολώχ ! Μοναξιά ! Βρομιά ! ’Ασχήμια ! Σκουπιδοτενεκέδες 
    κι απρόσιτα δολάρια ! Παιδιά πού τσιρίζουν κάτω άπ’ τίς 
    σκάλες ! ’Αγόρια πού κλαΐνε μ’ αναφιλητά στούς στρατούς ! 
    Γέροι πού κλαψουρίζουν στα πάρκα !
Μολώχ ! Μολώχ ! Εφιάλτης τού Μολώχ ! Μολώχ ό χωρίς 
    αγάπη καμιά ! Μολώχ τού μυαλού ! Μολώχ ό στυγνός κρι-
    τής τών άνθρώπων !
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή ! Μολώχ τό νεκροκέφαλο άψυχο 
    κάτεργο καί  Κογκρέσο τών θλίψεων ! Μολώχ τών κτιρίων 
    τής κρίσεως ! Μολώχ ό θεόρατος λίθος τού πολέμου ! Μο-
    λώχ οί αποσβολωμένες κυβερνήσεις !
Μολώχ μέ τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής ! Μολώχ πού στίς φλέβες 
    σου τρέχει ρευστό ! Μολώχ μέ τά δάχτυλα δέκα στρατιών. 
    Μολώχ μέ άνθρωποφάγο στήθος δυναμό ! Μολώχ μέ τ’ αύτι 
    πού καπνίζει σαν τάφος !
Μολώχ μέ τά μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ τών 
    ουρανοξυστών στή σειρά καθισμένων στούς απέραντους δρό-
    μους σάν ’Ιεχωβάδες ! Μολώχ έργοστασίων πού κρώζουν 
    στό πούσι κι ονειρεύονται ! Μολώχ καμινάδων κι άντένων 
    πού στέφουν τις πόλεις !
Μολώχ μέ αγάπη απέραντη πετρελαίου καί πέτρας ! Μολώχ 
    μέ ψυχη τραπεζών κι ηλεκτρικής ένεργείας ! Μολώχ πού ή 
    φτώχεια σου είναι τό φάσμα τής μεγαλοφυίας ! Μολώχ πού 
    ή μοίρα σου είναι ένα σύννεφο αφύλου υδρογόνου ! Μολώχ 
    πού τ’ όνομά σου είναι Νούς !
Μολώχ πού μέσα σου νιώθω μονάχος ! Μολώχ πού μέσα σου 
    ονειρεύομαι αγγέλους ! Τρελός στόν Μολώχ ! Πούστης στόν 
    Μολώχ ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στόν Μολώχ !
Μολώχ πού μπήκες στήν ψυχή μου νωρίς ! Μολώχ πού μέσα 
    σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση ! Μολώχ πού μέ τρόμα-
    ξες πάνω στή φυσική μου έκσταση ! Μολώχ πού σ’ εγκα-
    ταλείπω ! Ξυπνώ στον Μολώχ ! Φώς κατεβαίνει άπο τον 
    ουρανό !
Μολώχ ! Μολώχ ! Ρομπότ διαμερίσματα ! αόρατα προάστια ! 
    σκελετώδη θησαυροφυλάκια ! τυφλές πρωτεύουσες ! δαιμο-
    νικές βιομηχανίες ! φασματικά έθνη ! αήττητα τρελοκομεία ! 
    γρανιτώδες ψωλές ! τερατώδεις μπόμπες !
Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας τόν Μολώχ στόν Ούρανό ! 
    Πεζοδρόμια, δέντρα, ραδιόφωνα, τόνοι ! την πόλη σηκώνον-
    τας στόν Ούρανο πού υπάρχει παντού τριγύρω μας !
Οράματα ! οιωνοί ! παραισθήσεις ! θαύματα ! εκστάσεις ! τά 
    πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι !
Ονειρα ! λατρείες ! φωτοχυσίες ! θρησκείες ! ολόκληρη η μαού-
    να φορτωμένη εύαίσθητο σκατό !
Ρήξεις ! πάνω άπ’ τό ποτάμι ! υστερίες καί σταυρώσεις ! κάτω 
    μέ τό ρέμα ! Εύφορίες ! Θεοφάνειες ! ’Απελπισίες ! Δέκα 
    χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες ! Μυαλά ! Αγάπες 
    νέες ! Παλαβή γενιά ! κάτω στά βράχια του Χρόνου!
Αληθινό άγιο γέλιο στό ποτάμι ! Τά είδαν όλα ! τ’ άγρια μά-
    τια ! τ’ άγια άλυχτήματα ! Είπαν αντίο ! Πήδηξαν άπ’ τή 
    στέγη ! στή μοναξιά! κουνώντας τα χέρια ! κρατώντας λου-
    λούδια ! Κάτω στό ποτάμι! κάτω στό δρόμο!
 

 
III

Κάρλ Σόλομον ! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ 
    όπου πιο τρελός είσαι από μένα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πρέπει νά νιώθεις πολύ παράξενα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου μιμείσαι τή σκιά της μάνας μου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σκότωσες τίς δώδεκα γραμματείς σου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου γελάς μέ τοΰτο τ’ άόρατο χιούμορ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στήν ίδια φοβερή γραφο-
    μηχανή
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ή κατάστασή σου είναι σοβαρή καί τή λέν στό ραδιό-
    φωνο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου οι κρανιακές λειτουργίες δ΄ρν δέχονται πιά τά σκουλή-
    κια τών αισθήσεων 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πίνεις τό τσάι απ’τά στήθια των γεροντοκόρων τής 
    Γιούτικα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου λογοπαικτείς πάνω στά σώματα τών νοσοκόμων σου 
    τίς στρίγκλες τού Μπρόνξ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ούρλιάζεις μές στό ζουρλομανδύα πώς χάνεις τό παι-
    χνίδι στό πραγματικό πίνγκ πόνγκ τής αβύσσου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πώς ή ψυχή είναι αθώα 
    καί άθάνατη ποτέ δέν πρέπει νά πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα 
    στρατοκρατούμενο τρελάδικο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πενήντα άκόμη σόκ κι ή ψυχή σου δέν θά ξαναγυρίσει 
    στό σώμα της απ’τό προσκύνημά της σ’ένα σταυρό στό 
    κενό
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου κατηγορείς τούς γιατρούς σου για φρενοβλάβεια καί 
    καταστρώνεις τήν εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάν-
    τια στόν φασιστικό εθνικό γολγοθά 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου θά σχίσεις στά δυό τόν ουρανό τής Λόνγκ Άιλαντ καί
    θ’αναστήσεις τόν ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησοϋ απ’τόν 
    υπερανθρώπινο τάφο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ 
    όπου υπάρχουν είκοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι 
    μαζί τραγουδώντας τίς τελευταίες στροφές τής Διεθνούς 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σφιχταγκαλιάζουμε καί φιλούμε κάτω απ’ τά σεντόνια 
    τίς Ηνωμένες Πολιτείες τίς Ηνωμένες Πολιτείες πού βή-
    χουν όλη νύχτα καί δέν θά μάς αφήσουνε να κοιμηθούμε 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ξυπνάμε από τό κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τά αεροπλά-
    να τών ψυχών μας πού σουρίζουν πάνω άπ’ τή στέγη ήρθαν 
    νά ρίξουν τίς αγγελικές τους μπόμπες τό νοσοκομείο κα-
    ταυγάζεται στό φώς φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται Ώ
    κοκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω  Ώ αστερόεσσα καταπλη-
    ξία τού ελέους ό αιώνιος πόλεμος είναι εδώ  Ώ νίκη ξέχασε 
    τά εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    στά ονειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι 
    πέρα για πέρα στήν εθνική οδό πού ζώνει τήν ’Αμερική μέ 
    δάκρυα ώς τήν πόρτα τού σπιτιού μου στή Δυτική νύχτα.





Ο Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε το 1926 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και μεγάλωσε στο Πάτερσον. Ο πατέρας του, Λουίς Γκίνσμπεργκ, ήταν δάσκαλος και ποιητής, φέρνοντας από νωρίς τους δύο γιους του σε επαφή με την ποίηση. Η μητέρα του, Ναόμι Λεβί Γκίνσμπεργκ ήταν επίσης δασκάλα και παράλληλα μέλος του κομουνιστικού κόμματος, γεγονός που συνδυάστηκε με συμμετοχή του ίδιου του Γκίνσμπεργκ σε αρκετές πολιτικές συγκεντρώσεις, από νεαρή ηλικία. Το 1932, η Ναόμι Γκίνσμπεργκ εμφάνισε για πρώτη φορά στοιχεία νευρικού κλονισμού και τα επόμενα χρόνια η ψυχική της υγεία παρέμεινε ασταθής συνοδευόμενη από μακροχρόνιες παραμονές της σε ψυχιατρικές κλινικές, με κρίσεις επιληψίας και συμπτώματα παράνοιας. Η προβληματική σχέση του Γκίνσμπεργκ με τη μητέρα του, αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο ποίημα του Καντίς.

Σε ηλικία περίπου έντεκα ετών, ο Γκίνσμπεργκ επέδειξε πρώιμα δείγματα ευαισθητοποίησής του σε πολιτικά ζητήματα, αποστέλοντας σχετικές επιστολές του στην εφημερίδα New York Times. Στο γυμνάσιο, ήρθε σε επαφή με το έργο του Ουώλτ Ουίτμαν μετά από απαγγελία ποιήματος του από τον καθηγητή, του Frances Durbin, γεγονός που ο ίδιος ο Γκίνσμπεργκ αναφέρει ως μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές των σχολικών του χρόνων.

Το 1943 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και άρχισε νομικές σπουδές με υποτροφία στο κολέγιο του πανεπιστημίου Columbia. Εκεί γνώρισε τον Lucien Carr και μέσω αυτού αρκετούς από τους μελλοντικούς συγγραφείς της μπητ γενιάς, όπως τον Τζακ Κέρουακ και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ. Η περίοδος αυτή υπήρξε ταραχώδης για τον Γκίνσμπεργκ, περιλαμβάνοντας μια προσωρινή αποβολή του από το πανεπιστήμιο καθώς και πειραματισμούς του με ψυχοτρόπες ουσίες που συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια. Παράλληλα, φαίνεται πως αποφάσισε οριστικά να αφοσοιωθεί στην ποίηση. Τον Ιούνιο του 1949 συνελήφθη για συμμετοχή σε κλοπές τις οποίες είχαν διαπράξει φίλοι του. Ως ενναλακτική επιλογή απέναντι στην φυλάκισή του, οι πρώην καθηγητές του Mark Van Doren και Lionel Trilling, φρόντισαν να εκτίσει την ποινή του στο ψυχιατρικό ινστιτούτο του πανεπιστημίου, όπου παρέμεινε για συνολικά οκτώ μήνες και στο διάστημα αυτό συνδέθηκε φιλικά με το συγγραφέα Καρλ Σόλομον, ο οποίος ακολουθούσε θεραπεία για την κατάθλιψη.

Τον Οκτώβριο του  1955, ο Γκίνσμπεργκ απήγγειλε δημόσια ένα μέρος του ποιήματός του Ουρλιαχτό στην Six Gallery του Σαν Φρανσίσκο ενώ στην εκδήλωση συμμετείχαν ακόμα οι ποιητές Γκάρι Σνάιντερ και Μάικλ Μακλούρ. Ο εκδότης Λώρενς Φερλινγκέττι, ο οποίος παρευρέθηκε στην εκδήλωση, προσφέρθηκε άμεσα να δημοσιεύσει το έργο του, στον εκδοτικό του οίκο City Lights. Το Ουρλιαχτόδημοσιεύτηκε τελικά το 1956 με μία εισαγωγή του William Carlos Williams. Πολύ σύντομα απαγορεύτηκε ως άσεμνο, αλλά έπειτα από μια σειρά δικών επετράπη τελικά να συνεχιστεί η κυκλοφορία του. Τα επόμενα χρόνια, μαζί με τον ποιητή Πίτερ Ορλόφσκυ, πραγματοποίησε ταξίδια στο Παρίσι, στην Ταγγέρη, στο Μεξικό, στην Ελλάδα, στην Αφρική και στην Ινδία. Η παραμονή του στην Ινδία είχε διάρκεια περίπου δεκαπέντε μήνες και συνδυάστηκε με μία ευρύτερη πνευματική και θρησκευτική αναζήτηση του, που κατέληξε στο να ασπαστεί το βουδισμό. Επέστρεψε στην Αμερική το 1963 συμμετέχοντας στο Συνέδριο Ποίησης του Βανκούβερ μαζί με αρκετούς ακόμα σύγχρονους πειραματικούς ποιητές.

Στην περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ συμμετείχε ενεργά στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις ενώ σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και 1980 είχε γενικά έντονη πολιτική δράση, με συμμετοχή σε κινήματα υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, κατά της κατοχής πυρηνικών όπλων ή για την προστασία του περιβάλλοντος.

Αποτέλεσε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, ιδιότητα με την οποία προσπάθησε να προωθήσει το σύνολο της μπητ λογοτεχνίας, ενώ το 1986 έγινε επίτιμος καθηγητής φιλολογίας στο Brooklyn College. Το 1993 τιμήθηκε επίσης από τον υπουργό πολιτισμού της Γαλλίας Τζακ Λανγκ με το μετάλλιο Τεχνών και Γραμμάτων Chevalier des Arts et des Lettres. Πέθανε το 1997 στη Νέα Υόρκη.