Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

MARINA ABRAMOVIC - PERFORMANCE ART



«Τι να την κάνεις την ευτυχία; Δεν έχει τίποτα να σου μάθει. Αντιθέτως, ο πόνος, η δυσκολία, το εμπόδιο σε μεταβάλλει, σε διδάσκει ποιος είσαι, ενδεχομένως σε δυναμώνει ή σε κάνει και καλύτερο. Κυρίως σου δίνει να καταλάβεις τη φοβερή αξία του «εδώ» και του «τώρα». Στις δυστυχισμένες στιγμές είμαστε παρόντες στη ζωή μας. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος όταν είναι ευτυχισμένος, αλλά όταν υποφέρει».



«Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν. Κάνοντάς τα όμως παραμένουμε ίδιοι. Οταν όμως κληθούμε να αντιμετωπίσουμε κάτι εξαιρετικά δύσκολο όπως έναν θάνατο, μια ανίατη ασθένεια, ένα ατύχημα, τότε βλέπουμε να αναδύεται μια διαφορετική μας πτυχή. Τότε αλλάζουμε πραγματικά και βαθιά ο καλλιτέχνης οφείλει να μιλήσει για τη δυστυχία. Οφείλει επίσης, να μιλάει για το θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Πρέπει κι ο ίδιος «να ξέρει να πεθάνει».



«Στις περφόρμανς εμπλέκω το κορμί μου για να απελευθερωθώ από τον φόβο. Το σώμα υπακούει πλήρως στο μυαλό και το τελευταίο είναι που μας βάζει όλα τα εμπόδια, δημιουργεί αναχώματα και ενδοιασμούς. Καταφέρνοντας λοιπόν να καθυποτάξω το σώμα, στο τέλος επιβάλλομαι και στη σκέψη».


                                          



Ρυθμός 10 (1973)


Στα πρώιμα έργα της, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έκανε μία σειρά από παραστάσεις που τις ονόμασε Ρυθμός. Εκεί άρχισε να εξερευνά τα στοιχεία του τελετουργικού και της χειρονομίας χρησιμοποιώντας το ίδιο της το σώμα και γίνεται η ίδια ένα είδος πειραματόζωου.

Στη πρώτη της περφόρμανς το 1973 με τίτλο «Ρυθμός 10», όλα της τα εργαλεία ήταν είκοσι μαχαίρια και δύο συσκευές εγγραφής βίντεο. Η καλλιτέχνιδα προκάλεσε ισχυρό σοκ στο κοινό της παίζοντας ένα είδος, από την περιβόητη «Ρώσικη Ρουλέτα», στην οποία με ρυθμικά σφυροκοπήματα του μαχαιριού και με μεγάλη ταχύτητα σημάδευε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Κάθε φορά που κατά λάθος κοβόταν, έπαιρνε ένα καινούργιο, καθαρό μαχαίρι από τη σειρά των 20. Όλη την επιχείρηση την κατέγραψε σε βιντεοκασέτα. Μετά από τα 20 κοψίματα του εαυτού της ξαναέβαλε την ταινία να παίξει ακούγοντας προσεκτικά τους ήχους και ξαναπροσπάθησε να κάνει τις ίδιες κινήσεις αποφεύγοντας τα ίδια λάθη, αναμειγνύοντας το παρελθόν με το παρόν.

Η Μαρίνα με το έργο της από την αρχή, ανέλαβε την πιο δύσκολη αποστολή –να εξερευνήσει τα φυσικά και νοητικά όρια του ανθρώπου– τον «πόνο και τους ήχους της σουβλιάς», το διπλό ήχο: από την ιστορία και από την ανταπάντησή της.

Με αυτό το πρώτο έργο, λοιπόν, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς άρχισε να μελετά σοβαρά την κατάσταση του νου του εκτελεστή. «Όταν μια φορά μπαίνει κανείς στην κατάσταση της περφόρμανς μπορεί να πιέσει το σώμα του να κάνει πράγματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κανονικά να τα κάνει», δήλωσε η ίδια.

                                           



Φλεγόμενο Αστέρι (1974)


Και σε αυτή την περφόρμανς της η Αμπράμοβιτς αναζητούσε την ενέργεια που παράγεται μέσα από τον ακραίο σωματικό πόνο, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας το μεγάλο πεντάγωνο (κομμουνιστικό) αστέρι το οποίο το μούσκεψε με βενζίνη στην αρχή της παράστασης.

Καθούμενη έξω από το αστέρι η καλλιτέχνιδα πρώτα έκοψε τα νύχια της, τα μαλλιά της, τα νύχια των ποδιών. Τη στιγμή που τέλειωνε με το καθένα από αυτά, μάζευε τα κομμένα απομεινάρια των νυχιών ή των μαλλιών και τα έριχνε μέσα στις φλόγες προκαλώντας κάθε φορά μία μικρή έκρηξη φωτός. Καίγοντας το κομουνιστικό πεντάγωνο αστέρι απεικόνιζε σωματική και πνευματική κάθαρση, ενώ απευθυνόταν στην πολιτική παράδοση της χώρας της.

Στην τελική πράξη της κάθαρσης, η Μαρίνα εκτόξευσε τον εαυτό της και πηδώντας μέσα στις φλόγες, κάθισε στη μέση του μεγάλου αστέρα. Λόγω του φωτός και του καπνού το κοινό που παρακολουθούσε την περφόρμανς δεν αντιλήφθηκε ότι, αφού βρέθηκε εντός του αστέρα έμεινε χωρίς αισθήσεις, λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Μερικοί άνθρωποι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά, τη στιγμή που οι φλόγες την πλησίασαν παρά πολύ και αυτή δεν αντέδρασε με κανένα τρόπο. Ευτυχώς η δράση του κόσμου ήταν στιγμιαία, βρέθηκε κι ένας γιατρός και την έβγαλαν έξω από το φλεγόμενο αστέρα.

Όταν αργότερα την ρώτησαν να σχολιάσει αυτό το περιστατικό, η απάντηση της ήταν η εξής: «Ήμουν πολύ θυμωμένη, γιατί κατάλαβα ότι υπάρχουν φυσικά όρια: όταν χάνεις την συνείδησή σου δεν μπορείς να είσαι παρόν, δεν μπορείς να συνεχίσεις την περφόρμανς».

Έκανε μία μεγάλη εξερεύνηση σχετικά με τη φύση του νου και του σώματος και τη σχέση αυτών των δύο.

Στα πλαίσια αυτής της εξερεύνησης έκανε αργότερα ταξίδι στο Θιβέτ και στην έρημο της Αυστραλίας. Μετά, ανέπτυξε ακόμη περισσότερο το εγχείρημα «Ρυθμός» συνεχίζοντας να πειραματίζεται με τον ίδιο το εαυτό της, πάντα στα όρια της αντοχής.

Η Αμπράμοβιτς είναι μυστικίστρια, έως σήμερα. Ασχολείται με την ενέργεια, την αύρα, τις ανατολικές θρησκείες, τον διαλογισμό.


                                    


Ρυθμός 0 (1974)


Τη δοκιμή των ορίων της σχέσης ανάμεσα στον εκτελεστή της περφόρμανς και το κοινό, η Μαρίνα ανάπτυξε με μία από τις πιο προκλητικές και τις πιο γνωστές της παραστάσεις. Στον εαυτό της έδωσε ένα παθητικό ρόλο και στο κοινό ενεργητικό. Πάνω σε ένα τραπέζι τοποθέτησε 72 διαφορετικά αντικείμενα με τα οποία μπορούσε ο καθένας να της κάνει ό,τι ήθελε. Κάποια αντικείμενα ήταν ευχάριστα και θα της προκαλούσαν ηδονή, ενώ άλλα θα μπορούσαν να της προκαλέσουν πόνο και να τη βλάψουν με διάφορους τρόπους.

Ανάμεσα σε αυτά ήταν προφυλακτικά, υπνωτικά χάπια, σχοινιά, ψαλίδια, μαχαίρι, μαστίγιο, αλλά το πιο επικίνδυνο απ΄ όλα ήταν ένα πιστόλι με μόνο μία σφαίρα μέσα και δίπλα υπήρχε αναρτημένη πινακίδα όπου αναγραφόταν πως οι επισκέπτες της έκθεσης μπορούσαν να της κάνουν οτιδήποτε με τα αντικείμενα αυτά, χωρίς να επωμισθούν καμία ευθύνη.

Στην αρχή τα μέλη του κοινού αντέδρασαν με προσοχή και μετριοπάθεια, αλλά όσο περνούσε ο χρόνος αυξανόταν και η τόλμη τους και μερικοί από αυτούς άρχισαν να δρουν πραγματικά βίαια.

Όπως η ίδια περιέγραψε αυτή τη μοναδική και αξέχαστη εμπειρία της: «Η εμπειρία που είχα με έμαθε ότι αν αφήσεις το κοινό να αποφασίζει, μπορεί να σε σκοτώσει. Αισθανόμουν πραγματικά σαν να με βιάζουν: έκοψαν τα ρούχα μου, τρυπούσαν το στομάχι μου με αγκάθια τριαντάφυλλου, μέχρι που ένας από αυτούς σημάδεψε το πιστόλι στο κεφάλι μου, αλλά κάποιος άλλος του το πήρε. Δημιούργησα μία επιθετική ατμόσφαιρα. Μετά από έξι ώρες, όπως το είχα προσχεδιάσει, σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω προς το κοινό. Όλοι το 'βαλαν στα πόδια αποφεύγοντας την ενδεχομένη σύγκρουση μαζί μου.»

«Δεν είμαι μαζοχίστρια» διευκρίνισε σε μια συνέντευξή της. «Δεν αγαπώ τον πόνο καθόλου. Ο λόγος που μπήκα σε αυτή τη διαδικασία δεν ήταν για να ευχαριστηθώ, αλλά για να βρεθώ στο σημείο που η απελευθέρωση από τον πόνο σε μυεί στο νόημα και στον πλούτο του πνευματικού κόσμου».






Balkan Baroque (1997)


Στην περίφημη Μπιενάλε της Βενετίας το 1997, έπρεπε να αντιπροσωπεύει την γενέθλια χώρα της, αλλά οι αρχές δεν τα βρήκανε μεταξύ τους σχετικά με την χρηματοδότηση και έτσι το σέρβικο περίπτερο δόθηκε σε κάποιον άλλον καλλιτέχνη. Όμως, οι Ιταλοί ήθελαν πάσει θυσία τη συμμετοχή της και της έδωσαν ξεχωριστό χώρο, εκτός διαγωνισμού, όπου παρουσίασε την περίφημη «Balkan Baroque».

Η περφόρμανς αυτή είχε δύο επίπεδα: στο πρώτο καθόταν πάνω σ' ένα λόφο από ματωμένα κοκκάλα, ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα όπου τα καθάριζε και τα ξέπλενε από τα αίματα, όλη την ώρα κλαίγοντας και θρηνώντας για την κατάρα και τη μοίρα των Βαλκανίων, προσπαθώντας με ένα συμβολικό τρόπο, να ξεπλύνει και να καθαρίσει την αιματηρή ιστορία και τις αμαρτίες των προγόνων της. Το άλλο σκέλος, αποτελούνταν από βιντεοεικόνες που σκηνοθέτησε με κομπάρσους ντυμένους με σερβικές παραδοσιακές στολές, με τα εκτεθειμένα σεξουαλικά τους όργανα.

Επί τέσσερα χρόνια περιόδευε με αυτή την περφόρμανς. «Μου πήρε άλλα τέσσερα χρόνια να απαλλαγώ από τη μυρωδιά», ομολογεί.

                            

THE ARTIST IS PRESENT: 736 ώρες, 750.000 επισκέπτες


Από 14 Μαρτίου έως 31 Μαΐου 2010 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜοΜΑ) φιλοξένησε την πρώτη αναδρομική έκθεση των προσωπικών της περφόρμανς με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μαρίνα Αμπράμοβιτς: Η Καλλιτέχνης Είναι Εδώ», την μεγαλύτερη που είχε μέχρι τότε διοργανώσει το μουσείο της Νέας Υόρκης πάνω στην performance art. Η Αμπράμοβιτς καθόταν για όσες ώρες ήταν ανοιχτό το μουσείο σιωπηλή και ακίνητη πίσω από ένα τραπέζι στο αίθριο του μουσείου, χωρίς να έχει το δικαίωμα να πιει, να φάει ή να πάει στην τουαλέτα. Το κοινό μπορούσε να καθίσει απέναντί της όσο επιθυμούσε και να κάνει ό, τι θέλει. Αλλοι συγκινήθηκαν, άλλοι παρέμειναν απαθείς, οι περισσότεροι έβαλαν τα κλάματα αποκαλύπτοντας την ευαισθησία τους δημόσια και χωρίς ντροπή και χάθηκαν στο βλέμμα της, για να γίνει ο καθρέφτης των συναισθημάτων τους.

«Είμαι πολύ δεκτική στην ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι κι αυτό που με συγκλόνισε ήταν ο απέραντος πόνος που διάβασα στα μάτια των ανθρώπων».

Το αυτοκίνητο στο οποίο ζούσε με τον Ουλάι όταν ταξίδευαν τη δεκαετία του '70 σε ολόκληρη την Ευρώπη για να παρουσιάσουν τα έργα τους, υποδεχόταν το κοινό στο ΜοΜΑ. Τις πρώτες εκείνες περφόρμανς τις έδειξαν σε βίντεο, καθώς το 2005 στο μουσείο Guggenheim τις είχε επαναλάβει για επτά νύχτες υπό τον τίτλο «Seven Easy Pieces».

Κάποιες περφόρμανς αποφάσισαν να τις αναπαραστήσουν στο MoMA με άτομα που επιλέχθηκαν ύστερα από οντισιόν. Τις τρεις τις είχε κάνει με τον Ουλάι: «Imponderabilia» (1977), ένα ζευγάρι στέκεται γυμνό αντικριστά σε μια πόρτα. Οι θεατές πρέπει να στιμωχτούν ανάμεσά τους για να περάσουν. «Relation in Time» (1977), ένα ζευγάρι κάθεται πλάτη με πλάτη με τα μαλλιά του δεμένα όλη την ημέρα, τα σώματα ντυμένα το ίδιο ακριβώς, όλα στην έννοια τού ανδρόγυνου, όπου το αρσενικό και το θηλυκό συνυπάρχουν. «Point of Contact" (1980), ένα ζευγάρι στέκεται αντικριστά, δείχνοντας ο ένας τον άλλον, χωρίς να αγγίζονται.

Στο «Luminosity» (1997), η Αμπράμοβιτς αιωρήθηκε γυμνή σε έναν τοίχο κουνώντας πολύ αργά τα χέρια της. Τελευταία περφόρμανς ήταν το «Nude with Skeleton» (2002), όπου ήταν ξαπλωμένη με ένα σκελετό πάνω της.

Στην πρώτη της δημόσια ομιλία μετά τη μαραθώνια περφόρμανς στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης, η καλλιτέχνις ενέταξε το ακραίο της εγχείρημα ως το τελευταίο κεφάλαιο σε μια πορεία που διαπνέεται από συνέπεια και πείσμα.

Για πολλούς, η πιο μεγάλη χρονικά περφόρμανς, ήταν η κορύφωση των δοκιμασιών που υποβάλλει τον εαυτό της. Εκείνη το είδε διαφορετικά: «Ολοι έχουν χρησιμοποιήσει την περφόρμανς, από την Lady Gaga μέχρι τον Calvin Klein στις διαφημίσεις του. Όμως μέχρι σήμερα παρέμενε ένα παραγνωρισμένο μέσο. Μετά την ιστορία του ΜοΜΑ, πιστεύω ότι έγινε πολύ περισσότερο αντιληπτή η σημασία του μέσου».

Για την πρώτη της επαφή με την περφόρμανς, θυμήθηκε ένα περιστατικό της παιδικής της ηλικίας: «Ημουν στην εφηβεία, ψηλή και άσχημη. Αντιπαθούσα ιδιαίτερα τη μύτη μου και προσπαθούσα να πείσω τους γονείς μου να με στείλουν για πλαστική εγχείρηση αλλά ήταν ανένδοτοι. Είχα πειστεί ότι μόνο μια μύτη σαν της Μπριζίτ Μπαρντό θα με έκανε όμορφη. Αποφάσισα να πάρω φόρα και να χτυπήσω τη μύτη μου στη γωνία του κρεβατιού μου, ώστε να πάω έτσι κι αλλιώς στο χειρουργείο. Δυστυχώς κατά την πτώση αστόχησα!»

OΤΑΝ Η ΜΑΡΙΝΑ ΑΜΠΡΑΜΟΒΙΤΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Η βιογραφία της «Οταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς πεθαίνει» κυκλοφόρησε λίγο πριν την έκθεση στη Νέα Υόρκη. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε χάσει τη μητέρα της. «Ίσως τον πιο σκληρό άνθρωπο που γνώρισα ποτέ», όπως λέει. Ήταν εκείνη που την πήγε σε ηλικία 12 ετών πρώτη φορά στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ποτέ φυσικά δεν αποδέχτηκε την τέχνη της κόρης της.

Στην αυτοβιογραφία της γράφει, για την αυστηρή, στρατιωτική ανατροφή από τη μητέρα της, πρώτη διευθύντρια του Κρατικού Νοσοκομείου του Βελιγραδίου στο νεοσύστατο σοσιαλιστικό μεταπολεμικό κράτος της Γιουγκοσλαβίας. Για τον πατέρα, που εγκαταλείποντας την οικογένεια το 1964, άφησε στη μάνα όλη την ευθύνη. Για τη γιαγιά που τη φρόντιζε. Για τον παππού της, Πατριάρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, Βαρνάβα -ανάμεσα στα αντικείμενα που έχει χρησιμοποιήσει στις περφόρμανς είναι και βυζαντινές εικόνες.

Σε μια συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε το 1998, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς περιέγραψε πως η μητέρα της είχε τον απόλυτο, μιλιταριστικού τύπου έλεγχο, πάνω σ' αυτήν και τον αδελφό της και ήταν ιδιαίτερα αυστηρή.

«Δεν μου επιτρεπόταν να βγω έξω απ' το σπίτι μετά τις 10 η ώρα το βράδυ μέχρι και τα εικοσιεννιά μου. Όλες τις περφόρμανς μου, που έκανα στην Γιουγκοσλαβία, τις είχα κάνει πριν τις 10, γιατί τότε έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Είναι εντελώς τρελό και απίστευτο, αλλά όλα τα κοψίματα, καψίματα και μαστιγώματα που έκανα πάνω στο εαυτό μου, –παρά λίγο να χάσω τη ζωή μου σε μία παράσταση (πρόκειται για την περιβόητη «Firestar»)– όλα έγιναν πριν τις 10 το βράδυ!»

Φαίνεται όμως, πως η αυστηρή μητέρα δεν κατάφερε να σπάσει το δυνατό και αναρχικό πνεύμα της κόρης της. Αντίθετα, βοήθησε στη δημιουργία μιας από τις πιο απόλυτες καλλιτέχνιδες της υφηλίου, το όνομα της οποίας προκαλεί δέος στους πιο σημαντικούς καλλιτεχνικούς κύκλους του κόσμου.
                                 

THE LIFE AND DEATH OF MARINA ABRAMOVICH


Το 2011 παρουσιάζει την παράσταση «Η ζωή και ο θάνατος της Μαρίνας Αμπράμοβιτς». Ήταν μια δική της ιδέα, την οποία πριν χρόνια είχε αφηγηθεί στον Μπόμπ Γουίλσον με την παράξενη επιθυμία της να σκηνοθετήσει εκείνος την κηδεία της. Με χιούμορ, λυρισμό και ταυτόχρονα συγκλονιστικές στιγμές από τη ζωή και το έργο της, με τον Γουίλιαμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή και εκλεκτούς τραγουδιστές, ευφάνταστα κοστούμια και με την ιδιαίτερη γραφή του Γουίλσον, η όπερα αποτελεί ένα μοναδικό σύγχρονο έργο με ζωντανή τη καλλιτέχνιδα στη σκηνή να υποδύεται τον εαυτό της αλλά και τη μητέρα της. Παράλληλα, σχεδιάζει άψογα την κηδεία της στα τρία μέρη του κόσμου όπου έζησε (Βελιγράδι, Αμστερνταμ, Νέα Υόρκη), μία με πραγματικό πτώμα και δύο με ομοίωμα, με την άποψη ότι όπου ζεις, πεθαίνει ένα κομμάτι σου• δηλαδή η ίδια η ζωή σε θανατώνει.

«Φοβόμαστε τόσο πολύ τον πόνο, φοβόμαστε τόσο πολύ να υποφέρουμε, φοβόμαστε τόσο πολύ τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε», λέει η Αμπράμοβιτς. «Οπότε, πάντα διαλέγουμε τον εύκολο δρόμο. Και όταν διαλέγεις τα πράγματα που σου αρέσουν να κάνεις, δεν αλλάζεις ποτέ. Καθώς δημιουργώ επικίνδυνες καταστάσεις, χρησιμοποιώ την ενέργεια του κοινού για να διευρύνω αυτά τα όρια και να αποδείξω ότι εφόσον μπορώ να το κάνω στη ζωή μου, μπορούν και στη δική τους. Αν εμπιστευθείς τον πόνο, φτάνεις σε ένα άλλο επίπεδο συνείδησης. Είναι ο μοναδικός τρόπος».



                           
Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς (Марина Абрамовић), γεννημένη στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας στις 30 Νοεμβρίου 1946, είναι γνωστή για τις παραστάσεις της, οι οποίες ερευνούν την σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού, σε μια προσπάθεια να «ελευθερωθούν» και οι δύο, μα κυρίως για την έκθεσή της χωρίς όρια σε κινδύνους χάριν της τέχνης που εκπροσωπεί για την οποία έχει πει: «Είναι το οξυγόνο της κοινωνίας. Στη δική μου περίπτωση δεν μπορούσα να δω τη δημιουργία κλεισμένη μέσα σ' ένα ατελιέ αλλά σε συνάρτηση με την ίδια τη ζωή, τον φόβο, την επιθυμία, το σώμα».

Κόρη δύο εθνικών ηρώων της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, η Μαρίνα ξεκίνησε την καριέρα της τη δεκαετία του '70 στο Βελιγράδι και έγινε γνωστή στον κόσμο, χρησιμοποιώντας το σώμα της σαν εργαλείο για τη δημιουργία τέχνης. Η Σέρβα καλλιτέχνις, χτένισε κάποτε επί ώρες το κεφάλι της μέχρι που αραίωσαν τα μαλλιά της, χάραξε με ξυράφι στην κοιλιά της το αστέρι σύμβολο της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας, ξάπλωσε γυμνή πάνω σε πάγο, έγδερνε ώρες ατέλειωτες με μια βούρτσα τα ματωμένα κόκκαλα μιας αγελάδας.

Οι γονείς της ανήκαν στη γενιά της νέας, κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας και κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν παρτιζάνοι του Τίτο, πολεμούσαν το Φασισμό κι έχτισαν τα θεμέλια μιας κοινωνίας που οι αρχές τις βασίστηκαν στο σύνθημα «Αδελφότητα και Ενότητα» με τον στρατιωτικό πατέρα της Βότζα (Воја Абрамовић) να ανακυρήσσεται Εθνικός Ήρωας μετά τον πόλεμο, ενώ η μητέρα της, η Ντάνιτσα, στενή φίλη του Τίτο, μετά τον Πόλεμο έγινε ταγματάρχης στο στρατό και την δεκαετία του 1960 διατέλεσε διευθύντρια του Μουσείου Επανάστασης και Τεχνών στο Βελιγράδι.

Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βελιγραδίου μεταξύ του 1965 και του 1970, ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ζάγκρεμπ (1972). Από το 1973 έως το 1975, δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Νόβι Σαντ, ενώ παρουσίασε και τις πρώτες της παραστάσεις. Οταν σπούδαζε, ένας καθηγητής της είπε ότι δεν έχει ό, τι χρειάζεται για να γίνει καλλιτέχνις. Κι εκείνη πλάνταξε στο κλάμα που δεν είναι άντρας. Τώρα παίρνει την εκδίκησή της.

Το 1971 παντρεύτηκε τον Σέρβο καλλιτέχνη Νέσα Παρίποβιτς (Neša Paripović), με τον οποίο χώρισε το 1976. Τότε εγκατέλειψε τη Γιουγκοσλαβία και μετακόμισε στο Άμστερνταμ.
                             

                             

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ULAY


Στο Άμστερνταμ γνώρισε τον Δυτικογερμανό καλλιτέχνη Uwe Laysiepen, γνωστότερο ως Ulay (Ουλάι), με τον οποίο συνεργάστηκαν για περίπου μια δεκαετία (το δέσιμο με τη Μαρίνα φαινόταν και με ένα συμβολικό τρόπο: ήταν γεννημένοι την ίδια μέρα) σχηματίζοντας ένα καλλιτεχνικό δίδυμο, όπου, άνδρας και γυναίκα είναι δύο κοσμικά όντα τα οποία ενωμένα δημιουργούν ένα «ερμαφρόδιτο εγώ», συμπεριφερόμενοι ως «ένα σώμα με δύο κεφάλια». Το ζευγάρι έγινε γνωστό για την προσπάθεια του να χαρτογραφήσει τα όρια της αγάπης και της συμβίωσης μέσω της ζωντανής αναπαράστασης, προσπαθώντας παράλληλα να τοποθετήσει την περφόρμανς ως τέχνη ισάξια με τις υπόλοιπες. Στις παραστάσεις τους, μελετούσαν ακραίες καταστάσεις και τις σχέσεις των σωμάτων τους με το χώρο.

Κάποια στιγμή οι δύο καλλιτέχνες ήταν δύσκολο να ζουν μαζί, με αποτέλεσμα, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα 12 ετών, να αποφασίζουν το τέλος της σχέσης τους. Ο τερματισμός της δικής τους συνεργασίας και σχέσης είναι ίσως ο πιο εντυπωσιακός και συμβολικός χωρισμός που έχει σημειωθεί στην εποχή μας.

«Το Μεγάλο Περπάτημα» ήταν μια από τις πιο γνωστές τους παραστάσεις, αλλά και ταυτόχρονα η τελευταία τους (1988), όταν οι δύο τους αποφάσισαν να διασχίσουν το Σινικό Τείχος, ξεκινώντας ο καθένας από διαφορετικές άκρες μέχρι να συναντηθούν κάπου στη μέση. Το προετοίμαζαν οκτώ χρόνια, όσο χρειάστηκε να βγουν όλες οι απαραίτητες άδειες από τις κινεζικές αρχές. Το αρχικό πλάνο, ήταν να διασχίσουν από τις δύο άκρες το τείχος, να βρεθούνε στη μέση και να παντρευτούνε. Αλλά μετά τα οκτώ χρόνια που χρειάστηκαν, η σχέση τους είχε ατονήσει.

«Αυτό το περπάτημα μετατράπηκε σε ένα πλήρες προσωπικό δράμα. Ο Ουλάι ξεκίνησε από την έρημο Γκόμπι (άντρας - φωτιά) κι εγώ από την Κίτρινη Θάλασσα (γυναίκα, στοιχείο νερού). Αφού περπατήσαμε ο καθένας μας 2.500 χιλιόμετρα, συναντηθήκαμε στη μέση και είπαμε ένας στον άλλον το τελευταίο αντίο». Η Αμπράμοβιτς συνέλαβε την ιδέα για αυτή την περφόρμανς μέσα σε ένα όνειρό της και αυτό της φάνηκε ως το πιο ρομαντικό τέλος της δίδυμής τους σχέσης, που ήταν γεμάτη από ασταμάτητη δημιουργία, ενέργεια και έλξη. Η Μαρίνα περιέγραψε την διαδικασία αυτή: «Χρειαζόμασταν μια συγκεκριμένη μορφή του τέλους. Μετά από αυτή την τεράστια απόσταση που περπατήσαμε ο ένας προς τον άλλον, αυτό το τέλος ήταν πιο δραματικό, πιο πολύ έμοιαζε με φιλμ.. γιατί στο τέλος είσαι πραγματικά μόνος, ό,τι και να κάνεις».

Σήμερα εργάζεται κατά κύριο λόγο στη Νέα Υόρκη. Δραστηριοποιείται στην Performance Art, σε μια ακροβατική του σώματος και της ψυχής.

Όπως την ορίζει η ίδια, η performance art είναι η μεταφορά της αλήθειας επί σκηνής και όχι μια παράσταση θεατρικού τύπου. Έχοντας αναδείξει ως τέχνη την απελευθέρωση από τα όρια του σώματος και της ψυχής «Η περφόρμανς, είπε, δεν είναι αναπαράσταση, αλλά η ζωή η ίδια!»

Το βλέμμα της τα λέει όλα. Τα χρόνια των περφόρμανς, την έχουν εξασκήσει να εκφράζεται με το βλέμμα. Η ιστορία αυτής της γυναίκας, ξεκινά από τα πέντε της χρόνια όταν έπαιρνε την εντολή από τη γιαγιά της να μην κουνηθεί από την καρέκλα της και την εκτελούσε. Εμενε ακίνητη, επί δύο ώρες.

Όταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, μετά από πολλά χρόνια απουσίας ξαναπήγε στο Βελιγράδι, οι σέρβικες εφημερίδες έγραψαν ότι επισκέφτηκε το Μουσείο του Νικόλα Τέσλα, όπου κάθισε κάτω και για πολύ ώρα έκλεγε δυνατά. Πιθανώς τα δάκρυα αυτά, να βοήθησαν στην κάθαρση της ψυχής της.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΞΩ



ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΞΩ


Αυγουστιάτικο φεγγάρι έξω στο μπαλκόνι μου
Ζέστη αυγουστιάτικη μέσα και έξω
Εγώ μέσα, μόνο μέσα, έξω ποτέ

Έχω φάει τα βράδια μου κλεισμένη στον υπολογιστή
στο πληκτρολόγιο του εθισμένη, προσπαθώντας να αποδείξω την μη αφάνεια μου
με το φεγγάρι να περιμένει, εκεί έξω, τη στιγμή που θα στρέψω τη ματιά μου πάνω του
Θα περιμένει πολύ…

Σηκώθηκα και αφού στο παράθυρο της κουζίνας ζύγωσα
ρώτησα τα περαστικά αμάξια να μου πουν για τη νύχτα
Βιαστικοί οι οδηγοί, βιαστική και η ματιά τους στον ουρανό
Στο κάτω κάτω το ραδιόφωνο δεν έχει καλό σήμα στη γειτονία μου και πάντα ψάχνουν συχνότητες

Το φεγγάρι με επηρέασε σήμερα
Όλα μαύρα τα βλέπω, όχι πως είναι ροδοκόκκινα
αλλά μαύρισε η ψυχή μου με ένα άγχος φορτωμένη
Φεγγάρι και αν δεν φαίνεσαι στο πληκτρολόγιο μέσα
στο στέρνο μου σε νιώθω

Θέλω να σε δω
Μαζί με σένα να ξαναβρώ και την πίστη μου σε μένα
να μη με θλίβει η αφάνεια
και τα ζεστά καλοκαιριάτικα βράδια το φέγγος σου να απολαμβάνω

Σηκώθηκα
Στο μπαλκόνι βγήκα
Σήκωσα τη ματιά μου και σε κοίταξα
Σε κοίταξα, με είδες και συ
Δεν έγινε κανένα θαύμα όπως περίμενα
Ίσως να μην με γνώρισες
Την πλάτη μου τόσα χρόνια έχεις συνηθίσει
Και γω τη μαυρίλα που σκορπάς στο στέρνο μου
Έχω μάθει ν’ αγαπώ
Αγάπη – συνήθεια
Πλάτη – στέρνο
Φεγγάρι – φέγγος
Συχνότητες…