Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Νικόλαος Καλαμάρης (Νικόλας Κάλας ή Νικήτας Ράντος)





Σκάκι

Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό
παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σʼ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.




Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου

Αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.

Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.

Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.




Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει

Ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απ’ τη ζωή και την Ελένη σου
να σ’ αποσύρει τάχθηκε.

Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.



Υπενθύμισα στον εαυτό μου


Περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.




Ο Νικόλας Κάλας ή Νικήτας Ράντος (Ελβετία 27 Μαΐου 1907-Η.Π.Α. 31 Δεκεμβρίου  1988, πραγματικό όνομα Νικόλαος Καλαμάρης) ήταν Έλληνας ποιητής. Χρησιμοποιούσε επίσης τα ψευδώνυμα Μ. Σπιέρος και N.Calas στα θεωρητικά και κριτικά του κείμενα. Είναι ένας από τους πρώτους ποιητές που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην δεκαετία του ’30.
Γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1907 αλλά σύντομα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τα χρόνια 1924-1927 και κατά την διάρκεια των σπουδών του ήταν μέλος της Φοιτητικής Συντροφιάς. Το 1933 εξέδωσε ως Νικήτας Ράντος την πρώτη του συλλογή, Ποιήματα, και το 1934 αναχώρησε για το Παρίσι, όπου εντάχθηκε στην υπερρεαλιστική ομάδα. Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου του υπερρεαλισμού, ο Αντρέ Μπρετόν τον κατέταξε στα «πιο φωτεινά και τα πιο τολμηρά» μυαλά της εποχής. Μέχρι το 1937 ζούσε ταξιδεύοντας ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι, όπου τελικά εγκαταστάθηκε μέχρι το 1939, όταν έφυγε για την Λισαβόνα, όπου έμεινε για έναν χρόνο, και μετά μετέβη στην Νέα Υόρκη. Στην δεκαετία του ’60 και του ’70 ταξίδεψε στην Ελλάδα και παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τελικά επέστρεψε στις Η.Π.Α., όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1988.
Εκτός από το ποιητικό του έργο μετέφρασε Τ. Σ. Έλιοτ και Λουί Αραγκόν και συνεργάστηκε με ελληνικά και διεθνή περιοδικά όπου δημοσίευε θεωρητικά κείμενα και δοκίμια. Το 1977 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης για την συλλογή του Οδός Νικήτα Ράντου, που είχε δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο Νικόλας Κάλας.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης




Τ᾿ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ


Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο
εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό

καὶ νὰ ὁ μεγαλύτερος
μὲ μιὰ ἀνοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
ποῦ χάθηκε μέσα σὲ σπηλιὲς θεόστραβες
καθὼς κυλοῦσε παίζοντας
πάνω σὲ ἀνεμῶνες κόκκινες
γλίστρησε
μέσ᾿ τοῦ θηρίου τ᾿ ἄγριου τὸ ματωμένο στόμα

ὕστερα ὁ ἄλλος μου ἀδερφὸς ποὺ κάηκε
πουλοῦσε κίτρινα βεγγαλικὰ
πουλοῦσε κι ἄναβε κίτρινα βεγγαλικὰ
- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - φωτιὰ
θὰ διώξουμε ἀπὸ τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
θὰ πάψουν νὰ μολύνουν τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - κίτρινα βεγγαλικὰ
μιὰ μέρα θ᾿ ἀνάψει ὁ οὐρανὸς γαλάζιος

κι ὕστερα ὁ τρίτος ὁ πιὸ μικρὸς
ποὺ ἔλεγε πὼς εἶναι νυχτερίδα
γι᾿ αὐτὸ ἀγαποῦσε τὰ φεγγάρια
καὶ τὰ φεγγάρια μία νύχτα τὸν ἐζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔπνιξαν
τὸν ἕλιωσαν γύρω-γύρω τὰ φεγγάρια

Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο
εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό


Τὰ δῶρα


Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής


Ὁ στρατιώτης ποιητής


Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου

Τὴ μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω


ΗΣΥΧΑΣΤΕ


Πρωὶ πρωὶ καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ σπίτι μου,
εἶδα τὸ ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου μου.
«Τὸν ἀγαπημένο μας φίλο...» ἔγραφε.
Ὥστε λοιπὸν δὲν εἶχα συγγενεῖς.
Πῆρα γρήγορα ἕνα ταξὶ κι ἀνέβηκα στὴν Κηφισιά.
Σ᾿ ὅλο τὸν δρόμο ὑπῆρχαν τεράστια πανὼ ποὺ
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στὴν Κηφισιὰ εἶχα ραντεβοὺ μὲ τὸν Διάβολο.
Καθόταν σ᾿ ἕνα καφενεῖο καὶ μὲ μία μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τὰ ροῦχα του.
-Ἐντάξει, μοῦ εἶπε, εἶναι ὅλα κανονισμένα.
-Σᾶς ἐξασφαλίσαμε ἀκόμα καὶ νερό.
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε




Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα ( 29 Ιουλίου 1919) και ήταν δισέγγονος του Υδραίου ναυάρχου Γεωργίου Σαχτούρη. Φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά δεν πήρε πτυχίο. Από τα πανεπιστημιακά χρόνια η ποίηση του απορροφούσε το ενδιαφέρον του. Ύστερα από μια σύντομη σύγκρουση με το οικογενειακό του περιβάλλον αφοσιώθηκε τελικά ολοκληρωτικά στην ποίηση. Δεν άσκησε κανένα επάγγελμα και έμεινε μακριά από τα φιλολογικά στέκια, ζώντας μοναχικά και διακριτικά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνδέθηκε με έναν κύκλο διανοουμένων της εποχής, όπως ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Σινόπουλος, ο Χατζιδάκις κ.ά.
Το 1945 εμφανίστηκε στα ελληνικά Γράμματα με την ποιητική συλλογή Η λησμονημένη της οποίας το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Εγγονόπουλος. Από την πρώτη αυτή εμφάνιση ξεχώρισε ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ποίησής του. Πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί το υλικό της από πράγματα τα οποία προέρχονται από τον οικείο χώρο του δημοτικού τραγουδιού, όμως τα γνωρίσματά της είναι εφιαλτικά και ο κόσμος που δημιουργεί, τρομακτικός και παράλογος. Αυτό σημαίνει ότι παράλογος και εφιαλτικός είναι ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος που έζησε ο ποιητής, μέσα στον οποίο αισθανόταν ασφυκτικά χωρίς να βρίσκει διέξοδο. Έτσι στην ποίησή του καταφεύγει στην αλληγορία και εκφράζει την επιθυμία να απογειωθεί: «Πάντα θα ’χουμε ανάγκη από ουρανό», γράφει χαρακτηριστικά.
Ακόμα ο Σαχτούρης υποστήριζε: «Τα ποιήματά μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό». Επηρεασμένα τα περισσότερα από τον υπερρεαλισμό που συνδέεται άμεσα με τουποσυνείδητο αλλά και με τα όνειρα, κινούνται στον ίδιο χώρο από συλλογή σε συλλογή. Παράλληλα, όμως, ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ ότι ο ποιητής μπορεί να διαδραματίσει λυτρωτικό ρόλο, εμμένοντας στην περιγραφή των φρικαλεοτήτων του πολέμου που τον σημάδεψε στη νεανική του ηλικία. Έτσι με τα σύμβολατου υπερρεαλισμού απέδωσε το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου με τρόπο λακωνικό.
Στη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) η ποίησή του γίνεται πιο προσωπική και συνδέει τον υπερρεαλισμό με το «παράλογο», όπως το εξέφρασε ο Καμύ, ο Ιονέσκο κ.ά. Ακολούθησαν οι συλλογές Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958).
Το 1963 ο Μίλτος Σαχτούρης τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως και το 1972 με το Α΄. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και αρκετά μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες.
Ο Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου του 2005.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Joyce Mansour


Little Rock

Όπου θα πας
θα πάω
πτυχωμένο με δάκρυα κεφάλι
Όπου θα προσευχηθείς
θα προσευχηθώ
Ω η απελπισία των αποκοιμισμένων τούτων τοίχων
Ο λαός σου θα είναι ο λαός μου
Το κρεβάτι σου η μόνη μου ελπίδα
Ο θεός σου θα είναι ο θεός μου
Κι ο αφαλός σου
η θέση που κουρνιάζω
γιατί μόνο το δέρμα σου είναι μαύρο




Όλα τα βράδια

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.



Αποσπάσματα από τις ''Κραυγές'' (1953)


Εγωιστικά μ'αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ'αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ'τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ'έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ' όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ'αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ'αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι'εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα'θελα ν'αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.

Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ' ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ'τ'αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

Άσε με να σ'αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ'το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ'αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ'αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.







Γεννήθηκε στην Αγγλία, από Αιγύπτιους γονείς [1928-1986], ήταν πρωταθλήτρια της Αιγύπτου στα 100 μέτρα, ικανή ιππεύτρια, και με ρεκόρ στο βάδην και στο άλμα σε ύψος. Όταν εγκατέλειψε τον αθλητισμό στα είκοσί της χρόνια άρχισε να γράφει ποίηση. Οι «Κραυγές» της μάγεψαν τον Αντρέ Μπρετόν που επικοινώνησε μαζί της ενόσω ήταν ακόμα στην Αίγυπτο. Σαν πήγε στο Παρίσι με το σύζυγό της, έγιναν αχώριστοι με τον ακαταμάχητο πατέρα του υπερρεαλισμού.
Ο σύζυγός της Samir Mansour καταθέτει πως ήταν λυτρωμένη από τις υλικές μέριμνες, δεν ήξερε να βράσει ούτε αβγό, ήταν ιδιαιτέρως προσηλωμένη στις δραστηριότητες των φίλων της, δεν διέθετε καμία πειθαρχία στο γράψιμο και δεν έδινε εικόνα συγγραφέα. Ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ του να γράφει, τα χειρόγραφά της τα έδινε στο γιο της, για να της διορθώσει τα ορθογραφικά.
Η «μικρή μάγισσα» κατάφερε «να μαυλίσει τους τελευταίους μεγάλους υπερρεαλιστές», γράφτηκε μετά το θάνατό της, στα πενήντα οχτώ της χρόνια, από καρκίνο του στήθους. Η ποίησή της είναι ακαριαία, αφορά αποκλειστικά όσους αντέχουν το σώμα σε όλες του τις σαρκικές υπερβολές, με όλα του τα πάθη, σε αυτούς που μπορούν να κοιτάξουν τον υπερρεαλισμό ως ένα είδος υλοποιημένου, μερικές φορές τερατόμορφου, ερωτισμού.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Charles Baudelaire άλλος ένας "καταραμένος" ποιητής




Μεθύστε

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.



Ὁ θάνατος τῶν ἐραστῶν

Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.

Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.

Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.


Albatross

Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.

Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.

Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.

Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.




Γάλλος ποιητής, κριτικός καθώς και πρωτοπόρος μεταφραστής της δουλειάς του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Αρκετοί θεωρούν πως κάποιες μεταφράσεις του Μπωντλαίρ είναι ανώτερες ακόμα και των πρωτότυπων κειμένων). Κατά την διάρκεια της ζωής του, ο Μπωντλαίρ δέχτηκε δριμεία κριτική για τις συγγραφές του και την θεματική του. Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Σήμερα ωστόσο αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του 19ου αιώνα, τόσο της γαλλικής όσο και της παγκόσμιας λογοτεχνίας και συγκαταλέγεται μεταξύ των κλασσικών. Σε ολόκληρο το έργο του, το οποίο ανήκει στο λογοτεχνικό κίνημα του συμβολισμού και του μοντερνισμού, ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενυφάνει την Ομορφιά με την Κακία, την βία με την ηδονή, καθώς και να καταδείξει την σχέση μεταξύ τους. Παράλληλα με την συγγραφή ποιημάτων σοβαρών και σκανδαλιστικών για την εποχή, κατόρθωσε επίσης να εκφράσει την μελαγχολία και την νοσταλγία .
Ο Σαρλ Μπωντλαίρ γεννήθηκε στις 9 Απριλίου του 1821 στο Παρίσι, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο πατέρας του, ο Φρανσουά Μπωντλαίρ, ήταν άνθρωπος μορφωμένος, αφοσιωμένος στα ιδανικά του Διαφωτισμού και ερασιτέχνης ζωγράφος. Παντρεύτηκε την κατά τριάντα τέσσερα χρόνια νεότερη Καρολίν και πέθανε το 1827. Έναν χρόνο αργότερα, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Συνταγματάρχη Οπίκ, πράξη που ο Μπωντλέρ ποτέ δεν της συγχώρεσε. Ο Οπίκ ενσάρκωνε για τον Μπωντλαίρ όλα όσα στέκονταν ανάμεσά σε αυτόν και σε ό,τι αγαπούσε: την μητέρα του, την ποίηση, το όνειρο, μία ζωή χωρίς δυστυχή περιστατικά.
Το 1832-36 ο Μπωντλαίρ σπούδασε στο Collège Royal της Λυών και το 1836-39 στο Λύκειο Louis-le-Grand του Παρισιού έως ότου τον απέβαλαν. Επιστρέφοντας από το Λύκειο το 1839, ο Μπωντλαίρ αποφασίζει να ζήσει την ζωή του ενάντια στις παραδοσιακές αστικές αξίες που ενσαρκώνει η μητέρα του και ο πατριός του. Αποπειράται να ταξιδέψει ως τις Ινδίες, αλλά τελικά αποτυχαίνει. Το ταξίδι αυτό, ωστόσο, πρόκειται να ερεθίσει την φαντασία και την έμπνευσή του (αγάπη για την θάλασσα, οράματα τόπων εξωτικών).
Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι συνδέεται με την Ζαν Ντυβάλ (Jeanne Duval), μια νεαρή μιγάδα, η οποία θα τον μυήσει στις ηδονές αλλά και στις πληγές του πάθους. Δανδής και χρεωμένος, τίθεται υπό δικαστική επιτήρηση το 1842 και διάγει άθλιο βίο. Αρχίζει να συνθέτει πληθώρα ποιημάτων για την συλλογή «Τα Άνθη του Κακού». Ως κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος μάχεται τις μεγαλόστομες μορφές του  Ρομαντισμού. Το 1848 συμμετέχει στην επανάσταση των οδοφραγμάτων και λέγεται ότι παροτρύνει τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του, Οπίκ. Αργότερα, συνάδει με την απέχθεια των Γκιστάβ Φλωμπέρ και Ουγκό για την κυβέρνηση του Ναπολέοντος Γ'. Τα Άνθη του Κακού εκδίδονται το 1857-1861 είναι εμπλουτισμένη, αναδομημένη αλλά και ακρωτηριασμένη κατά έξι ποιήματα (Les bijoux, Le Léthé, À celle qui est trop gaie, Lesbos, Femmes damnées (το πρώτο ποίημα της συλλογής) , Les métamorphoses du vampire), την δημοσίευση των οποίων απαγόρευσε ο δικαστής Πινάρ. Κατόπιν, ο ποιητής φεύγει για το Βέλγιο και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, όπου συγγράφει ένα φυλλάδιο για το Βέλγιο, το οποίο και θεωρεί καρικατούρα της γαλλικής αστικής τάξης. Επίσης, συναντά εκεί τον Φελισιέν Ροπ, ο οποίος θα εικονογραφήσει τα Άνθη.
Πεθαίνει στο Παρίσι στις 31 Αυγούστου το 1867 από πάρεση και αφασία. Ενταφιάζεται στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς (6ο τμήμα), στον ίδιο τάφο με τον πατριό και την μητέρα του. Η τρίτη έκδοση των «Ανθέων» (1868) δεν θα βρει τον Μπωντλέρ εν ζωή. Μετά τον θάνατό του, η λογοτεχνική του κληρονομιά δημοπρατήθηκε και τελικά αγοράστηκε από τον εκδότη Μισέλ Λεβί για 750 φράγκα. Η δικαστική απόφαση του 1857 δεν ανακλήθηκε πριν από το 1949, οπότε και έγινε αποκατάσταση του πλήρους έργου του Μπωντλέρ.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Νίκος Κυριακίδης "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα"




FOR AN OLD BITCH

For an old bitch gone in the teeth,
For a blotched civilization
Ezra Pound

Τα ξύλινα τείχη,
σπέρμα μάταια χαρισμένο.
Τα πιτσιρίκια,
θυσία σε μια γαλλίδα πόρνη.
Ισότητα
Όπως πείνα.
Ελευθερία
Όπως σηψαιμία.
Αδελφότητα
Όπως τύφος.
Διαφορά όπως Διαφορά.
Κρυώνει ο άνθρωπος απόψε
Δε διαβάζει κάτι
Δεν ερεθίζεται από κάτι.
Σιωπηλά περνάει
Απέναντι.
(Για κάποιους ακόμη, σκοτωμένους μετανάστες στο βόρειο Αιγαίο)



ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΡΩΙΝΑ

Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων πραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ΄αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο « ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανά συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια.


ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού

Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία



Ο Νίκος Κυριακίδης γεννήθηκε το 1960 πίσω απ’ τα προσφυγικά του Αϊ-Σώστη. Είναι μαθηματικός. Πρωτοεμφανίστηκε στο διαδίκτυο το 2011 και οι “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα” είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο Νίκος Κυριακίδης συνεργάζεται με την ομάδαG.A.P. Gathered Avand-Gard Poets

Δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά:

σοδειά, τεύχη 13, 14, 16
ΕΝΕΥΚΤΗΡΙΟ, τεύχος 98
Μανδραγόρας, τεύχος 47

Το παράθυρο, Μάρτιος 2012

Βιβλία στις εκδόσεις Ars Poetica:

Δρόμοι με ματωμένα γόνατα (Ars Poetica, 2013)

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

John Keats





«Bright Star» (Λαμπρό αστέρι)


Λαμπρό μου αστέρι, σταθερός να ήμουν σαν και σένα,

Όχι- μόνο σπιθόφωτος, τρεμάμενος τη νύχτα

Ψηλά, με μάτια ορθάνοιχτα, αιώνια κοιτάζω,

Σαν τον υπόνομο, άγρυπνο της Φύσης ερημίτη,

Ωκνά, αργοσάλευτα νερά στο ιερό τους έργο

Γύρω στη γη τα’ ανθρώπινα ακρογιάλια εξαγνίζουν.

Ή να θωρώ το μαλακό φρεσκοπεσμένο χιόνι,

Που στρώνει λευκοπούπουλα σε βάλτους κι ακροβούνια.

Όχι, ποθώ αμετάβολος και σταθερός να γέρνω

Στο στήθος της Αγάπης μου το αμέστωτο να νιώθω

Σε μιαν απαλήν ανασεμιά ν’ ανεβοκατεβαίνει

Και σ’ ανατάραγμα γλυκό πάντοτε να ξυπνάω

Κι αιώνια την ανάσα της ν’ ακούω στο ξυπνητό μου.

Έτσι η ζωή μου να κυλά ή κάλλιο ας σιγοσβήσω.



When I have fears that I may cease to be
(Όταν έχω φόβους ότι μπορεί να πάψω να υπάρχω)



Όταν φοβάμαι ότι μπορεί να φύγω από τη ζήση
Πρίν η πένα μου θερίσει του μυαλού μου τον καρπό
Πριν βουνά από βιβλία καλλιγραφικά γεμίσει
Σιτοβολώνες, με τον ώριμο το σπόρο, το μεστό

Στο έναστρο πρόσωπο της νύχτας όταν ατενίζω
Τα νεφελώδη σύμβολα διηγήσεων ευγενικών
Και λέω, μπορεί και να μη ζήσω να ιστορήσω
Τη μαγική πορεία των τυχαίων τους σκιών

Πλάσμα υπέροχο κι εφήμερο, σαν αισθανθώ
Ότι ποτέ να μη σε ξαναδώ μπορεί
Την ξωτική τη δύναμη να μην ξαναγευτώ
Της αναπόκριτης αγάπης! Τότε στην ακτή

Του μεγάλου κόσμου στέκομαι μόνος, και συλλογίζομαι
Ώσπου ο Έρωτας κι η Δόξα μες το τίποτα βυθίζονται.




Ωδή σε ένα αηδόνι

Η καρδιά μου σφίγγεται και ένα νυσταγμένο μούδιασμα πληγώνει
τις αισθήσεις μου, σαν κώνειο να είχα πιει
ή να είχα αδειάσει κάποιο ύπουλο οπιούχο στις φλέβες μου
μέχρι πριν ένα λεπτό, και ξάφνου χάθηκε στη Λήθη.
Όχι από ζήλια για τη χαρά σου
μα από χαρά για την ευτυχία σου,
πως εσύ, ελαφρόπτερη Δρυάδα των δέντρων
σε κάποια μελωδική συμφωνία
από βαθύ πράσινο και σκιές αμέτρητες
θα τραγουδάς για το καλοκαίρι με όλη τη δύναμη της φωνής σου.

Ω, για ένα κύπελλο εκλεκτό κρασί που ωρίμασε
για καιρό μακρύ, βαθιά κρυμμένο στη γη
έχοντας τη γεύση της χλωρίδας και του πράσινου της εξοχής.
Χορός και εύθυμο τραγούδι και ευθυμία κάτω από τον καυτό ήλιο
Ω, για ένα κύπελλο πλήρες καυτού Νότου
γεμάτο με την πραγματική, τη φέρουσα αίσθημα ντροπής Ιπποκρήνη.
Με λαμπερές σταγόνες να αφρίζουν στο χείλος του
και το στόμα βαμμένο πορφυρό.
Αυτά ίσως πιω και αφήσω τον κόσμο χωρίς να τον δω
και με σένα να χαθώ μες του δάσους το θολό τοπίο.
Να χαθώ μακριά, να γίνω στάχτη και σχεδόν να λησμονήσω
ό,τι εσύ εν μέσω των δεντρόφυλλων ποτέ σου δεν έμαθες
Την κούραση, τον πυρετό και τη δυσφορία (έγνοια).
Εδώ, που στέκουν οι άνδρες και αφουγκράζονται ο ένας το στεναγμό του άλλου
Όπου η παράλυση αναρριγεί τις λιγοστές θλιμμένες, τελευταίες γκρίζες τρίχες,
Εκεί όπου η νιότη θαμπώνει, και γίνεται αχνή σα φάντασμα, και χάνεται (πεθαίνει)
Εκεί που η σκέψη είναι γεμάτη πόνο και οδύνη
και ανείπωτη απόγνωση
Εκεί που το κάλλος δε μπορεί να κρατήσει τα φωτεινά του μάτια
Ή ένας νέος έρωτας να μαραζώνει γι' αυτά πέρα από το αύριο.

Μακριά! Μακριά! Θα πετέξω σε σένα
όχι με το άρμα του Διονύσου και τους πάνθηρές του
μα με τα αόρατα φτερά του ποιητικού μου οίστρου.
Μέσω της καθυστέρησης και του σαστίσματος ενός νωθρού μυαλού,
είμαι ήδη μαζί σου! Τρυφερή είναι η νύχτα,
και μετά χαράς η Βασίλισσα του φεγγαριού κάθεται στο θρόνο της
τριγυρισμένη από όλες τις έναστρες υπάρξεις της.
Όμως εδώ δεν υπάρχει φως,
πέρα απ' ό,τι φτάνει απ' τον παράδεισο με την αύρα που φυσά,
μέσα από τολμηρά μισοσκόταδα και ανεμοδαρμένα βρυοσκεπή μονοπάτια.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια λουλούδια είναι κάτω από τα πόδια μου,
ούτε ποιο ελεφρύ θυμίαμα αιωρείται πάνω από τα κλαριά,
μα μες στη μυρωμένη σκοτεινιά, υποθέτω κάθε γλυκύτητα
με την οποία ο εκάστοτε μήνας της εποχής είναι προικισμένος.
Το χορτάρι, η δενδροστοιχία και η καρποφόρος άγρια γη
Λευκή κράταιγος και η βουκολική αγριοτριανταφυλλιά
Βιολέτες που μαράθηκαν γρήγορα, καλυμμένες με φύλλα
και το μεσομαγιάτικο παιδί, το μεγαλύτερο
ο μόσχοσμος που θα ανθίσει, πλήρης με δροσάτο οίνο
Το επίμονο βουητό από τις μύγες στους πρόποδες του καλοκαιριού.

Κάνω σκοτεινές σκέψεις' και για πολύ καιρό
ήμουν κατά το ήμισυ ερωτευμένος με το μακάριο θάνατο.
Πολλές φορές τον αποκάλεσα εμπνευσμένη ρίμα
να πάρει με τον άνεμο την ήρεμη ανάσα μου,
Τώρα περισσότερο από ποτέ είναι ευκαιρία να φύγω
να πάψω τα μεσάνυχτα δίχως πόνο
ενώ εσύ θα αφήνεις την ψυχή σου να ταξιδεύει
μέσα σε τέτοια έκσταση!
Ακόμα θα μπορούσες να τραγουδάς, και εγώ έχω αυτιά επί ματαίω
Στην τρανότερη ελεγεία σου γίνε η κατάρα.

Δεν καμώθηκες εσύ για το Χάρο, αθάνατο πουλί.
Καμιά αχόρταγη γενιά δε θα περάσει από πάνω σου.
Η φωνή που ακούω τη νύχτα αυτή που φεύγει, ακουγόταν
τα πολύ παλιά χρόνια από τον αυτοκράτορα και το γελωτοποιό.
Ίσως το ίδιο ακριβώς τραγούδι που βρήκε το δρόμο του
μέσα από τη θλιμμένη καρδιά της Ρουθ, όταν, στη νοσταλγία της για το σπίτι
στάθηκε δακρύζοντας μες στο ξένο χωράφι με το καλαμπόκι.
Το ίδιο που πολλάκις έχει
σαγηνέψει μαγεμένα παραθυρόφυλλα, που ανοίγουν εμπρός
σε μανιασμένες θάλασσες, σε νεραϊδοχώρες ερημωμένες.

Ερημωμένες! Η ίδια λέξη ηχεί σαν καμπάνα
ώστε να με ξαναγυρίσει από εσένα στη μοναχικότητά μου!
Αντίο! Η φαντασία δε μπορεί να ξεγελάσει τόσο εύκολα,
καθώς φημίζεται πως μπορεί, απατηλό ξωτικό.
Αντίο! Αντίο! Ο γοερώς σου ύμνος ξεθωριάζει
πέρα από τα κοντινά λιβάδια, πάνω από το γαλήνιο χείμαρρο
πάνω στην πλαγιά του λόφου, και τώρα είναι θαμμένο βαθιά
στα ξέφωτα της διπλανής κοιλάδας.
Ήταν ένα όραμα, ή ένα όνειρο της μέρας;
Φευγαλέα είναι αυτή η μουσική: -Είμαι ξύπνιος ή μήπως κοιμάμαι;



O John Keats γεννήθηκε την 31η Οκτωβρίου 1795 στο Λονδίνο. Ήταν ένας Άγγλος ρομαντικός ποιητής. Μαζί με τον λόρδο Βύρωνα και τον Percy Bysshe Shelley, ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία στη δεύτερη γενιά του κινήματος του Ρομαντισμού, παρά το γεγονός ότι τα έργα του δημοσιεύτηκαν μόλις τέσσερα χρόνια πριν το θάνατό του.
Αν και τα ποιήματά του δεν ήταν γενικά αρεστά από τους κριτικούς κατά τη διάρκεια της ζωής του, η φήμη του μεγάλωσε μετά το θάνατό του, στο βαθμό που από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους Άγγλους ποιητές. Είχε μια σημαντική επιρροή σε ένα ευρύ φάσμα των μετέπειτα ποιητών και συγγραφέων.
Η ποίηση του Keats χαρακτηρίζεται από αισθησιακές εικόνες, κυρίως στη σειρά των ωδών. Σήμερα, τα ποιήματα και οι επιστολές του, είναι μερικά από τα πιο δημοφιλή και αναλύονται στην αγγλική λογοτεχνία.
Τα γνωστότερα ποιήματα του είναι ο Ενδυμίων (Endymion), Η ωραία χωρίς οίκτο (La Belle Dame sans Merci), Ωδή στην μελαγχολία (Ode on melancholy), Ωδή σ'ένα αηδόνι (Ode to a Nightingale), Ωδή σε μια ελληνική Υδρία (Ode to a Grecian Urn), Ωδή στην ψυχή (Ode to Psyche), Η παραμονή της Αγίας Αγνής (The eve of St. Agnes) και ο Υπερίων (Hyperion).
Οι μεγάλες περιπέτειες αυτής της ζωής είναι ο παιδικός κι αποτυχημένος έρωτας με τη Fanny Brawne και η ποίηση.Τον Ιούνιο του 1818 ο Keats έμαθε ότι είχε μόνο άλλα τρία χρόνια για να ζήσει. Ήξερε ότι θα πεθάνει από φυματίωση.Οι γιατροί του συνέστησαν αμέσως ως τελευταία ελπίδα για την ζωή του ένα ταξίδι, όπου και πήγε τελικά στην Ιταλία, με την οικονομική βοήθεια των εκδοτών του μαζί με έναν νέο καλλιτέχνη τον Τζόζεφ Σέβερν. Στις 23 Φεβρουαρίου 1821, ο Keats πέθανε στη Ρώμη. Ήταν μόλις 25 ετών. Ο ίδιος ετοίμασε την απελπισμένη επιγραφή του τάφου του: «Εδώ κείτεται κάποιος που το όνομά του γράφτηκε στο νερό». Όνομα δεν υπάρχει στην ταφόπετρα.

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Η ποίηση της Ρένας Πέτρου!


Ο Άγνωστος


 Τα βράδια...ακούω κάποιον που χτυπάει την πόρτα.
Κρυφοκοιτάζει από τις γρύλιες μέσα στο σπίτι
κι'έπειτα, φεύγει πετώντας στον ουρανό.

Κι'εγώ, κάνω πως τάχα δεν τον προσέχω,
μα κάθε βράδυ τον περιμένω πριν κοιμηθώ...



Η Αλυσίδα


Απόψε -στη διαδήλωση-
μη μ' αφήσεις απ'τα μάτια σου.
Βάστα με σφιχτά απ'το χέρι και προχώρα.
Θα πιαστούμε και μ' άλλους,
θα γίνουμε μια αλυσίδα δυνατή,
που κανείς δεν θα μπορεί να τη σπάσει,
κανείς να την νικήσει πια.


Φόβος


Τα βράδια,έξω απ'το σπίτι,ακούγεται φασαρία.
Άνθρωποι,φωνάζουν συνθήματα,επαναστατούν.
Εγώ τους ακούω μα φοβάμαι να φωνάξω μαζί τους.
............................................
Τα πρωινά πάλι...σωπαίνουν.


Μην αργείς...


Τα σπίτια άδειασαν...Η οργή ξεχύλισε...
Κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους...
Παντού συνθήματα,φωνές...
Πιασμένοι χέρι-χέρι όλοι βαδίζουν...
Σε περιμένω...μην αργείς..


Πήγαν χαμένα


Δεν ξέρω πως πήγαν χαμένα
όλα τα ποιήματά μου.
Όταν τά'γραφα,γέμιζε ο χώρος μ'αγάπη,
που την έκλεινα μαζί τους στο φάκελο.
Έπειτα ταξίδευαν και τα σκεφτόμουν
στα λευκά σου χέρια να σπαρταράνε.
Κι όμως πήγαν χαμένα σου λέω...
 


Η Εστία


Θυμήθηκα μία βραδιά το πατρικό μας σπίτι
και την εστία που σβηστή ποτέ δεν είχα δεί.
Η μάνα μας ολημερίς την κράταγε αναμμένη,
γιατί για 'κείνη φαίνεται,πως σήμαινε ζωή.

Κατάκοπος σαν γύρναγε το βράδυ ο πατέρας,
η μάνα την εφούντωνε σαν νά'ταν πυρκαγιά.
Και τότε όλοι γύρω της καθόμασταν παρέα
και ο πατέρας όλους μας,μας έπαιρνε αγκαλιά.

Πρόσφατα,πήγα μόνος μου σε 'κείνο τ'άδειο σπίτι,
μήπως και δώ σαν όνειρο εκείνη τη φωτιά,
μα δεν υπήρχε τίποτα,που πια να τη θυμίζει,
μόνο στη μέση ορφανή έστεκε η πυροστιά.
 


Σημάδια


Τα λόγια σου σκληρά και άδικα

έπεσαν σαν βιτσιές σε γυμνό σώμα,
χαράζοντας άσβηστα σημάδια,
όπως συμβαίνει σε κάθε προδοσία.

    

 Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975, όπου και μεγάλωσε.Σπούδασε νηπιαγωγός και άσκησε το επάγγελμα στο Α' Βρεφοκομείο Αθηνών και έπειτα στον ιδιωτικό τομέα.Είναι παντρεμένη και έχει ένα γιό.
Την Ποίηση την αγαπούσε από τα εφηβικά της χρόνια αλλά προφανώς από κάποια εσωτερική ανάγκη εκτόνωσης άρχισε "να επιχειρεί" και η ίδια.
( ποίηματά της περιέχονται στην ποιητική ανθολογία "127 φωνές ψυχής" ,όμως αυτό το διάστημα συμμετέχει και σε μια ανθολογία που είναι 'στα σκαριά')

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ρίτσος


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.



Ἐπιλογικό


Νὰ μὲ θυμόσαστε - εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.

Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.

Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:

Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.

Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.



Μὲ τόσα φύλλα


Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
προσμένουνε τὴν ὥρα,
προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.

Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.







Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε το 1909 στη Μονεμβασιά, το τελευταίο παιδί μιας πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων. Η πρώτη παιδική ηλικία ήταν και η μόνη ευτυχισμένη περίοδος της οικογενειακής ζωής του. Σύντομα η οικογένεια επρόκειτο να καταστραφεί οικονομικά. Μαζί με την ανέχεια ήρθαν μεγαλύτερες δοκιμασίες. Ο θάνατος του αδελφού του Μίμη, δοκίμου αξιωματικού του Ναυτικού από φυματίωση το 1921 και μερικούς μήνες αργότερα, ο θάνατος της μητέρας από την ίδια αρρώστια. Ο πατέρας τρελαίνεται. Θα τελειώσει τη ζωή του, το 1938, στο Δαφνί. Στο ίδιο ίδρυμα θα οδηγηθεί το 1936 η αδελφή του ποιητή Λούλα, ο πιστός σύντροφος των παιδικών του χρόνων.

Μαζί με τη Λούλα ο ποιητής περνά τα γυμνασιακά του χρόνια στο Γύθειο. Το 1925 φτάνουν στην Αθήνα για σπουδές. Γρήγορα όμως ο Ρίτσος θα προσβληθεί κι αυτός από φυματίωση. Ως το 1940 περίπου, η ζωή του θα περνά ανάμεσα σε σανατόρια και στα διαλείμματα, στην Αθήνα, όπου είναι υποχρεωμένος να εργάζεται σκληρά και κάποτε με εξευτελιστικούς όρους για να επιζήσει.

Στο πείσμα αυτής της κακιάς μοίρας και του ίδιου του θανάτου που τον απειλεί συνεχώς, ο Ρίτσος, που από τα παιδικά του χρόνια αισθάνεται ποιητής, γράφει ασταμάτητα. Στην ποίηση βρήκε το μοναδικό καταφύγιο. Στην ποίηση και, από το 1929, στο σοσιαλιστικό ιδανικό το οποίο ενστερνίστηκε στο σανατόριο της Σωτηρίας – εκεί νοσηλεύονταν πολλοί αγωνιστές. Η πίστη σ’ αυτό το μελλοντικό όραμα θα εμπνέει και την ποίησή του.

Από το 1930 ως το 1934 γράφει τις συλλογές Τρακτέρ (έκδ. 1934) και Πυραμίδες (έκδ. 1935). Το 1936, με αφορμή την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη, γράφει τον Επιτάφιο. Η δικτατορία του Μεταξά συμπεριλαμβάνει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Στο διάστημα αυτό, έως τον πόλεμο, ο Ρίτσος εργάζεται ως ηθοποιός και χορευτής σε διάφορα θέατρα και αργότερα στο Εθνικό και στη Λυρική. Στην Κατοχή εντάσσεται στον λογοτεχνικό τομέα του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Νέα υποτροπή της φυματίωσης τον καθηλώνει στο κρεβάτι όπου γράφει ασταμάτητα. (Τα περισσότερα έργα αυτής της περιόδου καταστράφηκαν αμέσως μετά τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη 1944). Τον Δεκέμβριο του 1944 ακολουθεί τις αριστερές δυνάμεις που εγκαταλείπουν την Αθήνα. Φθάνει στην Κοζάνη όπου γράφει το θεατρικό Η Αθήνα στ’ άρματα που παίζεται αμέσως.

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εργάζεται ως διορθωτής και επιμελητής κειμένων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη και συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.

Το 1948 εκτοπίζεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου, αργότερα στη Μακρόνησο και στο τέλος στον Αϊ – Στράτη. Απελευθερώνεται τον Αύγουστο του 1952. Την περίοδο αυτή το έργο του είναι απαγορευμένο, ο ίδιος όμως συνεχίζει τη δημιουργική του δραστηριότητα.

Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και το 1955 γεννιέται η κόρη του, Έρη. Το 1956 του απονέμεται το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη Σονάτα του σεληνόφωτος.

Αυτά τα χρόνια κι ως την καινούργια δικτατορία είναι τα μόνα ήρεμα. Ο ποιητής αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο του και σε ποιητικές μεταφράσεις χωρίς άλλους επαγγελματικούς περισπασμούς. Ωστόσο σ’ όλη τη ζωή του δε σταμάτησε ούτε μέρα να γράφει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Με την επιβολή της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Ιππόδρομο. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Γυάρο, ύστερα στο Παρθένι της Λέρου. Από τον Οκτώβριο του 1968 ως το τέλος του 1970 βρίσκεται σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο Καρλόβασι Σάμου. Το έργο του είναι πάλι υπό απαγόρευση.

Το 1971 επιστρέφει ελεύθερος στην Αθήνα. Έχει έρθει η ώρα της αναγνώρισης στην Ελλάδα και διεθνώς. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1975). Το 1978 γίνεται επίσης διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ στην Αγγλία, το 1984 του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας και το 1987 του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Ο Γιάννης Ρίτσος μας έχει δώσει ένα ογκωδέστατο έργο. Μετά τον Επιτάφιο (1936), ακολουθούν λυρικές συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο όπως Το τραγούδι της αδελφής μου (1937), Εαρινή συμφωνία (1938), Το εμβατήριο του ωκεανού (1940). Μέσα στη Κατοχή γράφει τη Δοκιμασία, ενώ η εποποιία της Αντίστασης θα του εμπνεύσει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών (1945-1947). Παράλληλα, η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφύλιου καταγράφεται στη συλλογή Αγρύπνια (1944-1953) και στις Γειτονιές του κόσμου (1949-1951).

Στον τόμο Τέταρτη διάσταση (1956-1975) έχουν συγκεντρωθεί ποιητικοί μονόλογοι, όπως η Σονάτα του σεληνόφωτος, ο Ορέστης, ο Φιλοκτήτης, η Χρυσόθεμις, η Ελένη. Μέσα από το μύθο και την ιστορία όσο και από τις σύγχρονες κοινωνικές συγκρούσεις, ο ποιητής αναπτύσσει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Η Τέταρτη διάσταση μαζί με τις πολυάριθμες συλλογές μικρών ποιημάτων που γράφονται παράλληλα (Μαρτυρίες, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Χειρονομίες και άλλα) είναι το απόσταγμα της ανθρώπινης και ποιητικής εμπειρίας του. Με τις οραματικές, δοξαστικές συνθέσεις που συγκεντρώνονται στους τόμους Γίγνεσθαι και Επινίκια, ο Ρίτσος ολοκληρώνει την ποιητική του κατάθεση.

Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά καθώς και 9 πεζά με το γενικό τίτλο Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων. Έχουν εκδοθεί επίσης 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα διαφορετικές γλώσσες ανέρχονται σε 266.

Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Σαμίχ Αλ Κάσεμ



Λόγος στην αγορά της ανεργίας


Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου.
Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης.
Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι!

Ίσως αρπάξεις απ' τη γη μου και την τελευταία σπιθαμή.
Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου
Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου- πιθάρια, έπιπλα και σκεύη-.
Ίσως καθίσεις παν' απ' το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι!

Ίσως από τις νύχτες μου να σβήσεις κάθε φως.
Ίσως να στερηθώ της μάνας το φιλί.v Ίσως κι ένα παιδί να βρίσει το λαό μου, τον πατέρα μου.
Ίσως να κλέψεις μια στιγμή απροσεξίας από τον φύλακα των πόνων μου.
Ίσως πλαστογραφήσει την Ιστορία μου ένας δειλός, μυθομανής, θρησκόληπτος.
Ίσως στερήσεις στα παιδιά μου καινούριο ρούχο στη γιορτή.
Ίσως με δανεισμένο πρόσωπο τους φίλους μου πλανέψεις.
Ίσως υψώσεις γύρω μου τείχη ...τείχη...τείχη ...
Ίσως τις μέρες μου καρφώσεις στο σταυρό του εξευτελισμού εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι!

Εχθρέ του ήλιου
στο λιμάνι στολίσματα, χαιρετισμοί, φωνές χαράς και αχολόι
και τα πολεμικά τραγούδια μας φλογίζουν τα λαρύγγια
κι ένα πανί μες στον ορίζοντα που προκαλεί τον άνεμο
και τη φουρτούνα
και ξεπερνάει τον κίνδυνο
είναι του Οδυσσέα που επιστρέφει
απ' του χαμού τη θάλασσα
επιστροφή του ήλιου, του ξενιτεμένου και όρκο βάνω στα μάτια τους
δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου
θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι!


Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ είναι ένας από τους διασημότερους Παλαιστίνιους ποιητές. Γεννημένος το 1939 στη Γαλιλαία της Παλαιστίνης, κρατήθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του και φυλακίστηκε από τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πολλές φορές για τις ενέργειές του. Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ έχει δημοσιεύσει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές και πολλές από αυτές έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά όπως επίσης και πολλά από τα πατριωτικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί. Είναι διευθυντής της έκδοσης της Παλαιστινιακής εφημερίδας "Κουλ Ελ Αράμπ".

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Sarah Cane



Έχω αποφασίσει να αυτοκτονήσω


Είμαι θλιμμένη
Νιώθω πως το μέλλον είναι ανέλπιδο και
ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να καλυτερέψουν
Νιώθω πλήξη και δεν ικανοποιούμαι με τίποτα
Απέτυχα πλήρως σαν άνθρωπος
Είμαι ένοχη και τιμωρούμαι
Θέλω να σκοτωθώ
Κάποτε μπορούσα να κλαίω αλλά τώρα είμαι αδάκρυτη
Έχασα το ενδιαφέρον μου για τους ανθρώπους
Δεν μπορώ να παίρνω αποφάσεις
Δεν μπορώ να φάω
Δεν μπορώ να κοιμηθώ
Δεν μπορώ να σκεφτώ
Δεν μπορώ να ξεπεράσω τη μοναξιά μου, το φόβο μου, την αηδία μου
...
Δεν μπορώ να γράψω
Δεν μπορώ να αγαπήσω...

Στις 4.48
όταν κάνει επιδρομή η κατάθλιψη
θα κρεμαστώ
στον ήχο της ανάσας του εραστή μου

Δεν θέλω να πεθάνω

Έχω τόσο αποκαρδιωθεί από το δεδομένο της θνητότητάς μου που έχω αποφασίσει να αυτοκτονήσω.



Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή.
Και ν” ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν” αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ” το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν” αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ” αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ” αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ” αφήνω να σηκωθείς απ” το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ” ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ







Στις τρεις Φεβρουαρίου 1971 γεννήθηκε στο Essex της Αγγλίας η θεατρική συγγραφέας Sarah Kane. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Bristol και του Birmingham και αρχικά φιλοδοξούσε να ασχοληθεί με την ποίηση, αλλά αδυνατώντας να εκφράσει τα συναισθήματά της μέσα από αυτή τη μορφή γραφής στράφηκε προς το θέατρο.

Στα έργα της κυριαρχεί η βία και τα θέματα που πραγματεύεται είναι ο θάνατος, ο πόνος, η τρέλα, τα παραληρήματα, η σεξουαλική απόγνωση και η αγάπη. Με το πρώτο της κιόλας θεατρικό «Blasted» προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο στην Αγγλία, καθώς η μία σκηνή βιαιότητας διαδέχονταν την άλλη. Οι κριτικοί λοιδόρησαν το έργο αλλά υπήρξανε ομότεχνοί της που υπερασπιστήκανε την αξία του, όπως ο Harold Pinter.

Ακολούθησε το «Phaedra’s love», που αποτελεί μια διακειμενοποίηση στην «Φαίδρα» του Σενέκα, με το οποίο κέρδισε και την αποδοχή των κριτικών και κατόπιν ακόμη τρία έργα, «Cleansed», «Crave» και «4.48 psychosis».

Η Σάρα Κέιν έπασχε από κατάθλιψη και αυτοκτόνησε τον Φεβρουάριο του 1999, ενώ νοσηλευόταν σε νοσοκομείο τού Λονδίνου.

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Thomas Stearns Eliot (Τ.Σ. Έλιοτ)

Thomas Stearns Eliot




ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Κύριο Κουρτς –πέθανε.
                           Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι


I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι
Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙
Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.


ΙΙ
Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.
Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά
Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—
Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.


ΙΙΙ
Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.
Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.


IV
Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας
Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης
Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού
Τυφλοί, εκτός κι αν
Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.


V
Γύρω-γύρω όλοι
Φραγκόσυκο στη μέση
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε ξημερώνει
Μεταξύ της ιδέας
Και της πραγματικότητας
Μεταξύ της κίνησης
Και της πράξης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Μεταξύ της επινόησης
Και της δημιουργίας
Μεταξύ του αισθήματος
Και της ανταπόκρισης
Ενσκήπτει η Σκιά
Η ζωή είναι μακριά πολύ
Μεταξύ της επιθυμίας
Και του σπασμού
Μεταξύ της ισχύος
Και της ύπαρξης
Μεταξύ της ουσίας
Και της πτώσης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα







O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 26 Σεπτεμβρίου 1888 - 4 Ιανουαρίου 1965), Μέλος του Τάγματος της Αξίας ήταν Αμερικανός  ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα και ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Το 1948 βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν το Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Προύφροκ (1910), η Έρημη Χώρα (1922), τα Τέσσερα κουαρτέτα (1943) καθώς και το θεατρικό έργο Φονικό στην Εκκλησιά (1935).

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Γιώργος Σεφέρης








Σχέδια γιὰ ἕνα καλοκαίρι. [Ἄνθη τῆς πέτρας]


Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.


ἉγιαΝάπα, Α´


Καὶ βλέπεις τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καθὼς ἔλεγαν οἱ παλαιοί.
Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα
συντυχαίνοντας ἀνθρώπους μὲ τέλειες πανοπλίες...
παράξενο, δὲν πρόσεχα πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.
Εἴταν τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν, τὸ κριάρι
ποὺ ἔσφαζα κι ἔστρωνα στὰ πόδια τους...
μὰ δὲν εἴταν τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ κόκκινο χαλί.
Ὅ,τι μου λέγαν ἔπρεπε νὰ τὸ ψηλαφήσω
ὅπως ὅταν σὲ κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σὲ στάβλο
ἢ φτάσεις τέλος τὸ κορμὶ βαθύκολπης γυναίκας
κι εἶναι γεμάτη ἡ κάμαρα πνιγερὲς μυρωδιές...
ὅ, τι μοῦ λέγαν δορὰ καὶ μετάξι.

Παράξενο, τὸ βλέπω ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου... τὸ χρυσὸ δίχτυ
ὅπου τὰ πράγματα σπαρταροῦν σὰν τὰ ψάρια
ποὺ ἕνας μεγάλος ἄγγελος τραβᾶ
μαζὶ μὲ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων.



Ὁ κ. Στρατὴς Θαλασσινὸς περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο



Μὰ τί ἔχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
Ὅλο τὸ ἀπόγευμα (χτὲς προχτὲς καὶ σήμερα) κάθεται
μὲ τὰ μάτια καρφωμένα σὲ μία φλόγα
σκόνταψε πάνω μου τὸ βράδι καθὼς κατέβαινε τὴ σκάλα μου εἶπε:
«Τὸ κορμὶ πεθαίνει τὸ νερὸ θολώνει ἡ ψυχὴ διστάζει
κι ὁ ἀγέρας ξεχνάει ὅλο ξεχνάει
μὰ ἡ φλόγα δὲν ἀλλάζει».
Μοῦ εἶπε ἀκόμη:
«Ξέρετε ἀγαπῶ μία γυναίκα ποὺ ἔφυγε ἴσως στὸν κάτω κόσμο
δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ ποὺ φαίνομαι τόσο ἐρημωμένος
προσπαθῶ νὰ κρατηθῶ ἀπὸ μία φλόγα γιατὶ δὲν ἀλλάζει».
Ὕστερα μοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία του.


Λίγο ἀκόμα


Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.

Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.


Η λυπημένη



Στην πέτρα της υπομονής κάθισες προς το βράδυ με του ματιού σου το μαυράδι δείχνοντας πως πονείς·

κι είχες στα χείλια τη γραμμή που είναι γυμνή και τρέμει σαν η ψυχή γίνεται ανέμη και δέουνται οι λυγμοί·

κι είχες στο νου σου το σκοπό που ξεκινά το δάκρυ κι ήσουν κορμί που από την άκρη γυρίζει στον καρπό·

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός δε βόγκηξε κι εγίνη το νόημα που στον κόσμο δίνει έναστρος ουρανός.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο. Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία. Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη. Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη. Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική. Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα. Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας. Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα. Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955). Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962. Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία. Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου. Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Σεφέρη βλ. Σαββίδης Γ.Π., Σχεδίασμα χρονολογίας Γιώργου Σεφέρη (1873-1962). Αθήνα, ανάτυπο από το περιοδικό Εποχή, 1963, Τσάτσου Ιωάννα, Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης. Αθήνα, Εστία, 1973, Vitti Mario, «Στοιχεία χρονολογίας. Η ζωή και το έργο του Σεφέρη», Φθορά και λόγος· Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα, Εστία, 1978, Τετράδια Ευθύνης25, 1986, Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Γιώργου Σεφέρη», Διαβάζω142, 23/4/1986, σ.38-50 και Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Σεφέρης Γιώργος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Τίτος Πατρίκιος 4 ποιήματα

Τίτος Πατρίκιος


Η πόλη που γεννήθηκα

Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
δεν αποκρίνεται κανείς.
Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
Βόρειο πλάτος, αίμα.
Βόρειο μήκος, θάνατο.




Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις

Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ότι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ότι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.


Μέτρημα του χρόνου

Όπως πλησιάζουν τα τσιγάρα μας τη νύχτα
κι από μια καύτρα χωρίζουν δυό
έτσι κι οι άνθρωποι συναντιούνται και χωρίζουν
από κρατητήριο σε κρατητήριο
από στρατόπεδο σε στρατόπεδο
από σκηνή σε σκηνή.
Σαν τα τζιτζίκια που όταν δε βρίσκουν δέντρα
σκαλώνουν στα τηλεγραφόξυλα
κι εμείς όπου βρεθούμε ριζώνουμε για λίγο
μετρώντας το χρόνο με τις βδομάδες, με τους μήνες
με τις εποχές.
Τώρα έχουμε όλοι ξύλινα καραβάκια
τα βάζουμε δίπλα στα βιβλία
τα στέλνουμε στους δικούς μας
αποχτήσαμε πιάτα και γυάλινα ποτήρια –
δεν έχουμε τίποτα, μας τα έκλεψαν όλα
έμεινε η λάσπη μες στο στόμα.
Είμαστε ντυμένοι ένα μαλακό δέρμα
που ξεσκίζεται εύκολα.
«Τη Βούλα έπρεπε να τη δεις στην Απελευθέρωση
τώρα έρεψε, η δουλειά, οι γέννες, τα τρεχάματα στο τμήμα.»
«Ο Γιώργης έβγαζε τα χαρτιά του για την Αμερική
όταν τον σκοτώσανε στη Χαλκίδα, πριν απ’ το δημοψήφισμα.»
«Ο Ντίνος τα κατάφερε, δηλαδή τι τα κατάφερε
τα μούντζωσε όλα, τώρα έχει πιαστεί γερά στον Καναδά.»
«Το πάτωμα βούλιαζε κάτω απ’ τον μπουφέ
κι εκείνη αγκομαχούσε να τον αλφαδιάσει.
Παράτα τον, της έλεγα, τζάμπα βασανίζεσαι.
Έτσι μια Κυριακή πρωί έσπασε το αγαλματάκι.»
«Ο καπνός από τα Λιπάσματα νύχτα μέρα
κρέμεται πάνω από τη γειτονιά, σε πνίγει,
χημικές ουσίες, που να φύγει αυτός ο βήχας.»
κι εδώ δε μένουμε άνεργοι, παλεύουμε για την επιβίωση
βάζουμε υπογραφές για την ειρήνη, στέλνουμε καταγγελίες
κρατάμε ένα χαράκωμα.
Όμως τα χρόνια δεν τα ζούμε, τα μετράμε,
τα σπρώχνουμε να φύγουν.



Η Σάρκα

Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.



Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος των ηθοποιών Σπύρου και Λέλας Πατρικίου. Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Άη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967. Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό Ξεκίνημα της Νιότης, ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χωματόδρομος. Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίτου Πατρίκιου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Τίτος Πατρίκιος», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.566-568. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Αργυρίου Αλεξ., «Πατρίκιος Τίτος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

Εργογραφία:

Ι.Ποίηση
• Χωματόδρομος. Αθήνα, 1954.
• Μαθητεία· (1952-1962). Αθήνα, Πρίσμα, 1963.
• Προαιρετική στάση. Αθήνα, 1975.
• Ποιήματα1 (1948-1954). Αθήνα, Θεμέλιο, 1976.
• Θάλασσα Επαγγελίας. Αθήνα, Θεμέλιο, 1977.
• Αντιδικίες. Αθήνα, Ύψιλον, 1981.
• Παραμορφώσεις. Αθήνα, Διάττων, 1989.
• Η συμμορία των δεκατριών. Ημερολόγιο του 1940 και άλλα γραφτά. Αθήνα, Διάττων, 1990.
• ΠοιήματαΙ· 1948-1954. Αθήνα, Θεμέλιο, 1990.
• Η ηδονή των παρατάσεων. Αθήνα, Διάττων, 1992.
• Συνεχές ωράριο• διηγήσεις. Αθήνα, Διάττων, 1993.
• ΠοιήματαΑ΄-Γ΄. Αθήνα, Κέδρος, 1998.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Λούκατς, Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό. 1957.
• Αραγκόν, Μ’ ανοιχτά χαρτιά. 1965.
• Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού. Αθήνα, Γνώση, 1983.
• Πωλ Βαλερύ, Ο κύριος Τεστ. Αθήνα, Ολκός, 1995.
ΙΙΙ.Πεζογραφία
• Στην ίσαλο γραμμή· Αφηγήσεις. Αθήνα, Κέδρος, 1997.