Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Καίσαρας Βαλιέχο (César Αbraham Vallejo Mendoza)





Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδηθεί


Ξέρω πως είναι κάποιος
που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.
Δεν ξέρει πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω από την κουζίνα;

Ξέρω πως είναι κάποιος καμωμένος από τα μέλη μου,
που τον ολοκληρώνω όταν το ανάστημά μου
καλπάζει στο ακριβές του πετραδάκι.
Αγνοεί πως στο χρηματοκιβώτιό του
δε θα επιστρέψει νόμισμα που βγήκε απ’ το πορτρέτο του;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μου έχει ξεφύγει ο ήλιος
ξέρω την παγκόσμια πράξη που έκανε το κρεβάτι του
με ξένο κουράγιο κι εκείνο το χλιαρό νερό,
που η φαινομενική συχνότητά του είναι ένα ορυχείο.
Είναι, ίσως, τόσο μικρός εκείνος ο άνθρωπος
που τον πατούν τα ίδια του τα πόδια;

Μια γάτα είναι το σύνορο ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα,
ακριβώς πλάι στο κύπελλό της με το νερό.
Τον βλέπω στις γωνίες, ανοίγει, κλείνει
το κουστούμι του, μάλλον μια ερωτηματική φοινικιά…
Τι άλλο μπορεί να κάμει παρά ν’ αλλάξει κλάμα;

Αλλά με ψάχνει και με ψάχνει. Τι ιστορία!




Οι πέτρες


Σήμερα το πρωί κατέβηκα
στις πέτρες - ω οι πέτρες!
Και προκάλεσα και σφράγισα
μια πυγμαχία από πέτρες.

Μητέρα των θνητών αν στον κόσμο
πονούν τα βήματά μου,
είναι από τα χτυπήματα φωτιάς
μιας παράλογης αυγής.

Οι πέτρες δεν προσβάλουν , ούτε
φθονούν τίποτα. Ζητάνε μόνο
αγάπη για όλους, και ζητάνε
αγάπη ακόμα κι απ' το Τίποτα.

Κι αν κάποιες απ' αυτές
είναι θλιμμένες, ή
ντροπιασμένες, είναι
γιατί έχουν κατιτί το ανθρώπινο...

Αλλά δεν απολείπει αυτός που κάποια
πέτρα χτυπάει από καπρίτσιο μόνο.
Τέτοια άσπρη πέτρα είναι το φεγγάρι
που πέταξε στον ουρανό από μια κλωτσιά...

Μητέρα των θνητών, σήμερα το πρωί
έτρεξα με τις πέτρες,
βλέποντας το γαλάζιο καραβάνι
από πέτρες,
πέτρες,
πέτρες...



Ειδύλλιο νεκρό


Τι κάνει αυτή την ώρα η άνδεια, γλυκιά μου Ρίτα
από σπάρτο και βατόμουρο·
τώρα που με πνίγει το Βυζάντιο και κοιμάται
το αίμα μέσα μου σα ξεθυμασμένο κονιάκ.

Πού να είναι τα χέρια της που σε θέση μετάνοιας
σιδέρωναν τ’ απόβραδα λευκότητες να ‘ρθούν·
τώρα, με τούτη τη βροχή που παίρνει
τη θέλησή μου για να ζήσω.

Τι ν’ απόγινε η φανελένια ρόμπα της· τα
βάσανά της, η περπατησιά της·
η γεύση της από ζαχαροκαλαμιές Μαγιού του τόπου.

Θα στέκεται στην πόρτα κοιτώντας κάποιο προμήνυμα,
και τρέμοντας θα πει: “Ιησού Χριστέ… Τι κρύο που κάνει!”
Και στα κεραμίδια του σπιτιού θα κλάψει ένα αγριοπούλι.


“Οι Μαύροι Μαντατοφόροι”


Έχει χτυπήματα η ζωή τόσο σκληρά… Δεν ξέρω!
Χτυπήματα σαν απ’ οργή Θεού, λες και μπροστά τους
η ταραχή όλων των πόνων
ήταν μια λίμνη στην ψυχή… Δεν ξέρω!

Λίγα είναι, μα υπάρχουν… Ανοίγουν τάφρους σκοτεινές
στο πρόσωπο το πιο σκληρό στην πιο γερή την πλάτη.
Ίσως και να ‘ ναι άτια από βάρβαρους Αττίλες
ή μαντατοφόροι μαύροι που μας στέλνει ο Θάνατος.

Είναι οι βαθιές πτώσεις των Χριστών της ψυχής,
από μια πίστη που βλαστημάει το Πεπρώμένο.
Αυτά τα αιματηρά χτυπήματα είναι οι τριγμοί
κάποιου ψωμιού που στου φούρνου την πόρτα μας καίγεται.

Κι ο άνθρωπος… Φτωχός… φτωχός! Στρέφει τα μάτια , όπως
όταν πάνω στον ώμο μια παλάμη μας καλεί,
στρέφει τα τρελά του μάτια , κι όλα όσα έζησε
λιμνάζουν, σαν λακκούβα ενοχής, μέσα στο βλέμμα του.

Έχει χτυπήματα η ζωή τόσο σκληρά… Δεν ξέρω!






Ο Καίσαρας Βαλιέχο (César Αbraham Vallejo Mendoza) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ισπανόφωνους ποιητές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στο χωριό Σαντιάγκο Ντε Τσούκο του Περού, στις 16 Μαρτίου του 1892 και ήταν ο "βενιαμίν" μιας οικογένειας με 11 παιδιά. Επιθυμία και των δύο γονιών του ήταν να γίνει ιερέας, ωστόσο αυτός γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Τρουχίλιο. Από εκεί αποφοίτησε έχοντας πάρει πτυχίο στην Ισπανική λογοτεχνία. Το 1920, ο Βαλιέχο ξεκίνησε να εργάζεται σαν δάσκαλος, ωστόσο έχασε τη θέση του όταν αρνήθηκε να παντρευτεί μια γυναίκα με την οποία είχε ερωτικό δεσμό. Στη συνέχεια φυλακίστηκε για 117 μέρες καθώς καταδικάστηκε άδικα για υποκίνηση εξέγερσης στο χωριό του και δύο χρόνια αργότερα, υπό το φόβο μιας νέας κάθειρξης, μετανάστευσε στην Ευρώπη, όπου θα έμενε μέχρι το τέλος της ταλαίπωρης ζωής του.

Ο ποιητής εγκαθίσταται στο Παρίσι. Από το 1923 μέχρι και το θάνατό του το 1938, ο Βαλιέχο υποφέρει από την φτώχεια και την πείνα. Οργανώνεται στις τάξεις του μαρξισμού-λενινισμού, στα ιδανικά του οποίου επρόκειτο να παραμείνει πιστός μέχρι το τέλος του τραγικού του βίου. Την ίδια περίοδο πραγματοποιεί τρία ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, ενώ για λίγα χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 30', ζει στην Ισπανία. Το πρωί της 15ης Απριλίου (Μεγάλη Παρασκευή) ο Βαλιέχο αφήνει στο Παρίσι την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις 46 ετών, ωστόσο οι πολύχρονες κακουχίες και στερήσεις σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων στην Ισπανία, τον είχαν εξαντλήσει ανεπανόρθωτα... Πέθανε από μια άγνωστη ασθένεια, που πλέον εικάζεται ότι επρόκειτο για μια μορφή ελονοσίας.

Όπως αναφέρεται και στη Βικιπαίδεια, «ο Βαλιέχο υπήρξε πρωτοπόρος γιατί έγραψε σουρεαλιστική ποίηση πριν από τους σουρεαλιστές, ασχολήθηκε με την αυτόματη γραφή πριν από τον Μπρετόν, έγραψε μοντέρνα ταυτόχρονα με τους μοντερνιστές και έγραψε ποίηση αποδομητική προτού ανακαλυφθεί ο όρος. Υπήρξε ένας κινηματίας της ποίησης πολύ προτού γεννηθούν τα ποιητικά ευρωπαϊκά κινήματα. Και για τον λόγο αυτόν η προσφορά του στο ποιητικό στερέωμα είναι μοναδική και ανεκτίμητη». Αν και στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο Βαλιέχο παραμένει σχετικά άγνωστος, σε παγκόσμιο επίπεδο θεωρείται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος ισπανόφωνος ποιητής του περασμένου αιώνα.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Τζένη Μαστοράκη ("και μικρός είχε δουλέψει ένα φεγγάρι αλογάκι σε λούνα παρκ")








Ο ποιητής

Πρέπει να 'ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ' όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα 'κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.




Γενέθλιον

Η ενηλικίωση
(έχει κάτι από το μεγαλείο
μιας τελετουργικής καρατόμησης.
Το κάρο, το κούτσουρο, ο ιεροεξεταστής,
ο καλόγερος, ο στρατιώτης,
μια μεγάλη κραυγή πλεούμενη
πάνω απ' τις στέγες.
Δεν προφταίνεις να τους πεις
ούτε τ' όνομά σου.
Πίσω σού φωνάζουν να προχωρήσεις
ο δήμιος ξεμπερδεύει με τον επόμενο
ενώ το πλήθος αλαλάζει
γενέθλιους ύμνους.




Παρακμή

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα - Ψέματα - Ψέματα.
Τελικά
φορτώνεις μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.


Ο Δούρειος Ίππος

Ο Δούρειος Ίππος τότε είπε
όχι δε θα δεχτώ δημοσιογράφους
κι είπαν γιατί κι είπε
πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό·
κι ύστερα εκείνος
έτρωγε πάντα ελαφρά τα βράδια
και μικρός
είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
αλογάκι σε λούνα παρκ.






Η Τζένη Μαστοράκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949.
Σπούδασε βυζαντινή και μεσαιωνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με ένα ποίημά της
που περιλήφθηκε στην "Αντι-ανθολογία" του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το 1971.
Την επόμενη χρονιά τα ποιήματά της
κίνησαν το ενδιαφέρον του Γιάννη Ρίτσου και της Νανάς Καλλιανέση,
και εκδόθηκε από τον "Κέδρο" το πρώτο της βιβλίο, "Διόδια", με τίτλο που επέλεξε ο ποιητής.
Έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τέσσερα βιβλία ποίησης
("Διόδια", 1972, "Το σόι", 1978, "Ιστορίες για τα βαθιά", 1983 και "Μ' ένα στεφάνι φως", 1989),
με το τελευταίο βιβλίο της, εμπνευσμένο από το έργο του Δ. Σολωμού,
να έχει συγκεντρώσει την καθολική, σχεδόν, αποδοχή κριτικής και κοινού
και να έχει επαινεθεί, μεταξύ άλλων,
για την αριστοτεχνική χρήση της ελληνικής γλώσσας (Γ. Π. Σαββίδης)
και της μυθοποιητικής παράδοσης (Δ. Μαρωνίτης).
Τα ποιήματά της μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες
και δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά.
Η διευθύντρια του προγράμματος ελληνικών σπουδών
στο Columbia University της Νέας Υόρκης, Karen Van Dyck,
αφιερώνει στη Τζένη Μαστοράκη ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου της
"Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές" (1998),
θεωρώντας την "μία από τις κορυφαίες ποιήτριες και μεταφράστριες της Ελλάδας".
Δεινή μεταφράστρια, η Τζένη Μαστοράκη έχει μεταφράσει συγγραφείς
πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως οι Τζέι-Ντι Σάλιντζερ,
Κάρσον ΜακΚάλερς, Ελίας Κανέττι, Χάινριχ Μπελ, Χάινριχ φον Κλάιστ,
Καρλ Μαρξ, Κάρλο Γκολντόνι, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Άπτον Σίνκλαιρ,
Λιούις Κάρολ, Τζόρτζιο Μανγκανέλλι, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,
Χάρολντ Πίντερ, Σάρα Κέην, Μιγέλ δε Θερβάντες, Χάουαρντ Μπάρκερ,
Πωλ Σουήζι, Άγκνες Χέλερ,
κι ακόμη τον "Πετροτσουλούφη" του Χάινριχ Χόφμαν
και παραμύθια των Αδελφών Γκριμ.
Το 1989 τιμήθηκε με το Thornton Niven Wilder Prize
του Columbia University (Translation Center)
για το σύνολο του μεταφραστικού της έργου και το 1992
με το ειδικό βραβείο του ΙΒΒΥ (International Board on Books for Young People)
για τη μετάφραση του παιδικού βιβλίου
"Ο ταξιδιώτης της αυγής", του Σι-Ες Λιούις (εκδόσεις Kέδρος).

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Μανόλης Αναγνωστάκης ο "ποιητής της ήττας" (καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς)







Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!




Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει

δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις

Ἔλα νὰ παίξουμε...

Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη

γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...

Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...







Φοβᾶμαι...

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983






Ἡ ἀπόφαση
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.







Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.
Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).
Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.
«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».
Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Τάκης Σινόπουλος ..."η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα κι εγώ κρύωνα όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι"...





Το ταξίδι


Στα σπλάχνα μου υπάρχει τώρα ένας μύλος, αλέθει το σκο-
τάδι της ηλικίας μου και δε σου λέω για τις φωνές που περ-
πατάνε στο μυαλό, μήτε για κείνο το ποτάμι που περάσαμε
προχτές και τα νερά του πλημμυρίζοντας από παντού τη
μνήμη - εσύ,
κοιμόσουν και κυλήσανε χιλιάδες χρόνια που σε κράταγα
κι ήμουν φτωχός και παγωμένος και κουράστηκε, ξερά-
θηκε το χέρι μου -
ή ξαφνικά ένα τίναγμα στο κατακάθι της ψυχής,
τι γύρευα, τι κράταγα από σένα;

Χώρος αναμονής


Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;
Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;
Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.
Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;
Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;


Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ


Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.





ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (1917-1981)
Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε στην Αγουλινίτσα Ηλείας, πρωτότοκος γιος του φιλολόγου Γιώργου Σινόπουλου και της Ρούσας - Βενέτας το γένος Αργυροπούλου και βαφτίστηκε Πάικος. Το 1920 η οικογένεια Σινόπουλου εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας. Εκεί γεννήθηκαν ο αδερφός του ποιητή Νούλης (Αθανάσιος) και οι δίδυμοι Παύλος και Μαρία. Στον Πύργο ο Σινόπουλος πέρασε τα μαθητικά του χρόνια και το 1934 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει ιατρική. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δημοσίευσε ποιήματα, πεζά, κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Το 1941 επιστρατεύτηκε ως λοχίας υγειονομικού. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει μεταφράσεις και ποιήματα, φυλακίστηκε από τους ιταλούς ως αντιστασιακός (1942) και πήρε το πτυχίο του από την Ιατρική Σχολή (1944). Στον Εμφύλιο πήρε μέρος ως γιατρός του πεζικού και παρέμεινε για δυο χρόνια (1946-1947) με το τάγμα του σ’ ένα χωριό έξω από την Καλαμπάκα. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1948 και από το 1949 άσκησε για πολλά χρόνια το ιατρικό επάγγελμα. Πέθανε στο Πύργο Ηλείας.
Την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε το 1934 με τη δημοσίευση του ποιήματος "Προδοσία" και του διηγήματος "Η εκδίκηση ενός ταπεινού" στην εφημερίδα του Πύργου "Νέα Ημέρα" με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης, ενώ η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο "Μεταίχμιο" και εκδόθηκε το 1951.
Η ποιητική πορεία του Τάκη Σινόπουλου χωρίζεται από τη λογοτεχνική κριτική σε δύο φάσεις. Στην πρώτη (1940-1965) κυριαρχούν το περιγραφικό και λυρικό στοιχείο και η στοχαστική γραφή, καθώς επίσης οι επιρροές από τους Έλιοτ, Σεφέρη και Έζρα Πάουντ, στα πλαίσια της προσπάθειας για μια οριοθέτηση του ποιητικού σύμπαντος σ’ έναν αντιποιητικό και απογοητευτικό κόσμο.
Η δεύτερη (γύρω στα 1965 και ως το τέλος της ποιητικής του παραγωγής) κινείται στα ίδια θεματολογικά πλαίσια της φθοράς και του θανάτου, παρουσιάζει όμως μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού προς έναν αντιποιητικό, επιθετικό και συχνά ειρωνικό λόγο. Από το 1963 ως το 1967 συνεργάστηκε με το περιοδικό "Εποχές", όπου δημοσίευσε κείμενα βιβλιοκρισίας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου πήρε μέρος στις αντιδικτατορικές εκδόσεις "18 Κείμενα" και Κείμενα 1 και 2, ενώ υπήρξε συνιδρυτής της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων και συνεργάτης του περιοδικού "Συνέχεια".




Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος "Σκεφτεῖτε: Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ» "





Ἕνας μικρότερος κόσμος


Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὅπλα
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο
τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα
σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν
δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.




Μὴν ἀγγίζετε!


Ἀφῆστε αὐτὸν τὸν ὄμορφο κόσμο νὰ διαιωνίζεται
ἀνακυκλώνοντας τὸ αὔριο μὲς στὶς πηγές του ὅπως
τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα ὡς ν᾿ ἀναδύεται,
κάθε πρωί, γιὰ πρώτη φορά, μὲς
ἀπ᾿ τὶς ρόδινες γάζες τῆς γέννας του.
Σβῆστε στὸν ἥλιο τὴν κακὴ φωτιά.
Μὴ μᾶς σκοτώνετε!




Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση


Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.



Ὁ ἀγρὸς τῶν λέξεων


Ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸ ἕνα ἄγριο
λουλοῦδι, ὅμοια κ᾿ ἐγώ. Τριγυρίζω
διαρκῶς γύρω ἀπ᾿ τὴ λέξη.

Εὐχαριστῶ τὶς μακριὲς σειρὲς
τῶν προγόνων, ποὺ δούλεψαν τὴ φωνή,
τὴν τεμαχίσαν σὲ κρίκους, τὴν κάμαν
νοήματα, τὴ σφυρηλάτησαν ὅπως
τὸ χρυσάφι οἱ μεταλλουργοὶ κ᾿ ἔγινε
Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια
κι ἄλλα κοσμήματα.

Μὲ τὸ νῆμα
τῶν λέξεων, αὐτὸν τὸ χρυσὸ
τοῦ χρυσοῦ, ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὰ βάθη
τῆς καρδιᾶς μου, συνδέομαι· συμμετέχω
στὸν κόσμο.
Σκεφτεῖτε:
Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ».




O Νικηφόρος Βρεττάκος (Κροκεές Λακωνίας 1 Ιανουαρίου 1912 – Αθήνα 4 Αυγούστου 1991) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος.
Γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας την 1η Ιανουαρίου 1912. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο πατρικό του κτήμα στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο και τα μαθητικά του στις Κροκεές και το Γύθειο, από το Γυμνάσιο του οποίου αποφοίτησε.
Νέος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές που δεν πραγματοποίησε και άσκησε διάφορα επαγγέλματα ως ιδιωτικός υπάλληλος (1930-1938) και έπειτα ως δημόσιος υπάλληλος (1938-1947) και ως φιλολογικός συντάκτης περιοδικών και εφημερίδων.
Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 και ύστερα στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ.
Το 1954 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά.
Την περίοδο της δικτατορίας (1967-74) έζησε αυτοεξόριστος σε χώρες της Ευρώπης.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι ένας σημαντικός σύγχρονος Έλληνας ποιητής, που διακρίνεται για τον βαθύτατο ανθρωπισμό της ποίησής του και την ιδιομορφία των εμπνεύσεών του.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.
Υπήρξε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Πήρε μέρος σε πολλά ποιητικά συνέδρια και φεστιβάλ στο Λονδίνο, στην Αχρίδα της τότε Γιουγκοσλαβίας κ.α.
Τιμήθηκε με δύο Πρώτα Κρατικά Βραβεία (1940 και 1956), το Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1976), με το βραβείο Ουράνη κ.ά.
Το 1980 πραγματοποίησε τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του «αγνώστου ναυτικού» στο λιμάνι του Γυθείου.
Το 1987 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ήταν κάτοικος Αθηνών (οδός Φιλολάου) και ομιλούσε Γαλλικά και Ιταλικά.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος απεβίωσε στις 4 Αυγούστου του 1991.
Ο Δήμος Αθηναίων απονέμει ένα λογοτεχνικό βραβείο στη μνήμη του. Το Αρχείο του έχει δωριθεί και σώζεται στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Η ποίηση της Ράνιας Καταβούτα


Των ποιητών, κανονικών ανθρώπων



Οι ποιητές ζουν κάποτε

ανάμεσα στους κανονικούς ανθρώπους.

Πάνε στο περίπτερο, στο σούπερ μάρκετ,

καλλιεργούν τη γη ή πλένουν πιάτα.

Μόνο που, μια στιγμή, εκεί που καθαρίζουν

η σκέψη τους γίνεται πουλί,

στον αφρό της σαπουνάδας

γλιστράνε οι λέξεις,

μέσα απ’ το χώμα φυτρώνουν τα λόγια,

στίχοι γίνονται στο δρόμο τα βήματά τους.

Οι ποιητές είναι άνθρωποι κανονικοί

ζουν, όμως, ανάμεσα

σε μια πληγή και μια γιορτή.




Σαν ξεχασμένη Anne Sexton



Σαν ξεχασμένη Anne Sexton
θα γράψω ένα ποίημα για το “μας”
πως από κάπου εκεί ξεκινάς
και κάπου εκεί σταματάς
να ψάχνεις μια ζωή το “μας”
τον ήλιο που σου δείχνει
τα χέρια που σου ανοίγει
το βλέμμα που σου δίνει
κι όλη τη λύτρωση στην κόπωση το βράδυ,
όπως δυο όνειρα που απ’το κεφάλι του ενός
χοροπηδάνε στο κεφάλι του άλλου,
άτακτα παιδιά που χορεύουν με τις μνήμες,
τα κύτταρα των πρώτων μας εικόνων,
γλιστράνε στην παιδική χαρά των ήχων του σώματός μας
κι όλα αυτά για την παλάμη
που έβαλες το βράδυ στο πρόσωπό μου
λίγο πάνω απ’τα μάτια
και μου λες “κοιμήσου, Ρανιώ”
μην πάει χαμένο τόσο σκοτάδι.



{Γραμμές του σώματος}



Γραμμές του σώματος

κι άλλα ηδονικά

τα μάτια, τα μαλλιά, τα χείλη.

Κυρίως, όμως, αυτές

οι αισθαντικές γραμμές

και κείνη η ζείδωρη ευφορία

να καβαλάς τα σύννεφα

νεφεληγερέτης -πώς τό’ λεγεν ο Όμηρος; -

Για κείνη τη στιγμή λοιπόν,

στον καλπασμό των κυμάτων

να ομνύεις

που από τα βάθη βγαίνουν στον αφρό

κι ύστερα πάλι πίσω.


Πάβελ



Δεν κατάλαβε πώς εξαφανίστηκε ο εντός του άνθρωπος. Πως έφυγε από μια σχισμή, κάπου ανάμεσα σε μια ανάσα και ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Πως σκαρφάλωσε από μέσα του, πέρασε τα στενά των βρόγχων, ανέβηκε την τραχεία, κολύμπησε στα ιγμόρεια και γλίστρησε απ’ τα ρουθούνια. Έτσι βγήκε, σαν αέρας. Πώς ήταν το όνομά του; Δύσκολα θυμάται… “Πάβελ. Πάβελ Κόχουτ..” επαναλάμβανε μουρμουρίζοντας ανάμεσα απ’τα δόντια. “Πάβελ Κόχουτ” σαν ξόρκι τρανσυλβάνιο που τριγυρνούσε πίσω από βαριές πόρτες κι ομίχλες.
Και έτσι έμεινε άδειος ο μέσα του εαυτός. Το ξόρκι πήρε φεύγοντας όλα τα αισθήματα και όλες τις σκέψεις.
“Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;”. Άνοιξε τα μάτια και τρόμαξε.



My angel by the sea



Περπατούσε και σκεφτόταν, περπατούσε και σκεφτόταν. Τα όνειρά του ταξίδευαν κάθε μέρα στο γκρι. Μελωδίες σπάνιες και ξαφνικές έρχονταν από τη βαθιά σήραγγα του μυαλού του. Δεν έβλεπε τα ρούχα που έβαζε, δεν κοιτούσε στον καθρέφτη, τι να δει από το άδειο βλέμμα; Μάζευε φωτογραφίες, τραπουλόχαρτα, ξερά φύλλα, ανάσες και αφές από παλτά που βγήκαν στα πρωτοβρόχια. Πάντα στις τσέπες του είχε κάτι, να χαρίσει στα παιδιά, να δώσει στον άστεγο, να ξεγελάσει τον άνθρωπο που έφυγε. Μια μέρα κατέβηκε στη θάλασσα, στην ασπρόμαυρη παραλία. Τα φτερά του έτρεμαν, κάπως κρύωνε. Δεν πήγε να μαζέψει κοχύλια, δεν πήγε να χαζέψει τα πουλιά, ούτε να πάρει τις ψυχές. Βαρέθηκε την τόση ησυχία και γλίστρησε για πάντα στα νερά.




Η Ράνια Καταβούτα, ζει - εργάζεται - πορεύεται - δημιουργεί στην Θεσσαλονίκη. Το κύριο επάγγελμα της είναι φιλόλογος. 
Γράφει από πολύ μικρή και δημοσιεύει την δουλειά της στο blog που διατηρεί http://razzrania.wordpress.com./ .

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Αποστασία» της Στέλλας Κωνσταντίνου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica


Οι εκδόσεις Ars Poetica, 
o Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, 
ο Σύλλογος Κυπρίων Νομού Πέλλας 
και το Θεατρικό Εργαστήρι Γιαννιτσών 
με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουν και σας προσκαλούν στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής «Αποστασία» της Στέλλας Κωνσταντίνου που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013 στις 18:30 στο Wine – Bar «Piccolo» Καπετάν Ρούμπα 3 στα Γιαννιτσά.

Για την ποιήτρια και το έργο της θα μιλήσουν:

ο Γιάννης Πετρόπουλος: δάσκαλος, συγγραφέας

και η Ράνια Καταβούτα: ποιήτρια, υπ. διδάκτορας φιλολογίας στο ΑΠΘ,

Ποιήματα της Στέλλας Κωνσταντίνου θα διαβάσουν οι ηθοποιοί του Θ.Ε.Γ.

Ελένη Γκιρκινούδη, 
Αλεξάνδρα Ιορδανίδου Γραμματικού 
και η Γεωργία Ταχτσίδου.

Την εκδήλωση θα πλαισιώσει με μουσικές στο πιάνο ο μουσικός Νίκος Μπούμπας.




Το βιβλίο:

Μπορεί να γίνει ο μόχθος της καθημερινότητας έμπνευση για ποίηση;. 
Μπορεί το αυγουστιάτικό φεγγάρι που βλέπουμε μέσα από το παράθυρο του διαμερίσματός μας σε μια πόλη να μας καλέσει σε ποιητικές αναζητήσεις; 
Μπορεί ένα κυριακάτικο τηλεμαγκαζίνο να αποτελέσει έναυσμα για μια ένα ποίημα καταγγελίας για τον σύγχρονο τρόπο ζωής;

Η ποίηση της Στέλλας Κωνσταντίνου είναι μια μορφή καταγγελίας και οργής για την διεστραμμένη καθημερινότητα που βιώνουμε στην σύγχρονη πραγματικότητα και επιπλέον μια μορφή ξεσπάσματος οργής. Μια οργή που κατευθύνεται σε όλους εμάς που δεν βλέπουμε ότι μπροστά στα μάτια μας εμείς οι ίδιοι βιώνουμε και πανηγυρίζουμε την καταστροφή μας.

Η “Αποστασία” είναι ένα βιβλίο που θέλει να μας υπενθυμίσει ότι αν δεν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, οι ζωές μας θα παραμείνουν εκεί που είναι: στο τέλμα της καθημερινότητας. Η ποιήτρια μας το λέει αυτό με όλους τους τόνους και με όλα τα μέσα που διαθέτει: την ποίηση δηλαδή.




Η ποιήτρια:

Η Στέλλα Κωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου το 1973 και από το 1975 είναι μόνιμη κάτοικος της Ελλάδας και μένει στα Γιαννιτσά. Η “Αποστασία” είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:


ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ

Στο τικ και στο τακ του παλιού εκκρεμούς 
η ζωή μου τραμπαλίζεται, βουτάει στον Άδη 
το εξιλαστήριο θύμα στη θράκα σιγοβράζει 
το παιδί δίνει στον πατέρα το μήλο 
ο πατέρας δίνει σε ’κείνην 
αυτό που πραγματικά θα ’θελε να θέλει 
τα χαμόγελα και τα φιδίσια φιλιά 
στους γλουτούς μου καρφωμένα με πινέζα 
η ντίλερ κάνει επίδειξη των προσόντων της 
στις happy sexy real women 
η βάρδια 3 – 11 της γυναικείας μου υπόστασης 
-με φθισιδιασμένη όψη- 
τρέχει πίσω απ’ την αγέλη για ένα μικρό κόκαλο 
με μυρωδιά από σάρκα 
αλαλάζοντας μήπως τη φάνε κι αυτήν. 
Γιατί τα σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν. 
Έτσι δεν κάνουν;

Πετάει πάνω από τα σύννεφα 
μυρίζεται την άνοιξη και τη φθινοπωρινή βροχή 
βλέπει το παιδί με το θαλασσί μπαλόνι 
τους γονείς του στο παγκάκι 
να γελούν αγκαλιασμένοι 
τους απεργούς 
να μοιράζουν τα ανεκπλήρωτα αιτήματά τους στους λαθρομετανάστες 
-έτσι για συμπαράσταση και αλληλεγγύη- 
τη γιαγιά 
να βάζει φωτιά σε κάδους και να κατεβάζει βιτρίνες φαρμακείων 
τις ντίλερ της avon, της tupper και των βιβλίων μαγειρικής 
να περπατούν ντυμένες με το εμπόρευμα 
-και όποιος βλέπει ας ρίχνει και κανένα φράγκο.

Στο τικ και στο τακ, εφιάλτης και νιρβάνα. 
Σουρεαλισμός και ρομαντισμός. 
Αλήθεια και αλήθεια.

Παραμύθι και παραμύθι. 
Τα άλογα… Τα σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν; 
Ο δήμιος… Φοράει κουκούλα ο δήμιος; 
Θα έχει και πλήθος από κάτω;

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

"Η Βεγγέρα" του Ηλία Καπετανάκη, από το Θεατρικό Εργαστήρι Γιαννιτσών.






Λίγα λόγια για το έργο και τον συγγραφέα




Η Βεγγέρα γράφτηκε από τον Ηλία Καπετανάκη το 1894 και ανέβηκε για πρώτη φορά στις 23 Μαρτίου 1894 από τον θίασο του Δημήτρη Κοτοπούλη. Άλλα έργα του Η. Καπετανάκη: Ο Γενικός Γραμματέας, Το γεύμα του Παπή, Αντιθάλαμος (δεν σώζεται σήμερα) και ένα τμήμα από την επιθεώρηση Αι Υπαίθριοι Αθήναι (άγνωστο σήμερα ποιο ακριβώς είναι δικό του). Η Βεγγέρα είναι μια μονόπρακτη κωμωδία, η οποία επιχειρεί να ξεφύγει από τα θεατρικά στεγανά της εποχής της και συγκεκριμένα από το κωμειδύλιο.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η επίσκεψη-βεγγέρα της οικογένειας Στενού, μετά του ανεψιού της Νίκου, στο σπίτι της οικογένειας Νερουλού, με απώτερο σκοπό το συνοικέσιο με μία από τις δύο κόρες της δεύτερης οικογένειας. Η συναναστροφή δεν αργεί να αποδομηθεί και να οδηγηθεί σταδιακά στην διάλυση. Οι ρωγμές αυτής της σχέσης είναι βέβαια ορατές από τις πρώτες στιγμές της συνύπαρξης, παρόλα αυτά οι ήρωες του έργου αρνούνται να αποδεχτούν τα καταστροφικά αποτελέσματά της. Η κυρία Ελένη Νερουλού από τη μία νομίζει ότι κρατάει την εικόνα της οικογένειάς της στα όρια της ευπρέπειας, ενώ ο κύριος Στενός αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί ότι τα κέρδη που θα είχε το επικείμενο συνοικέσιο θα ήταν πολύ λιγότερα από τα προβλήματα που αυτό δημιουργεί. Ότι όμως δεν βλέπουν ή αρνούνται να κατανοήσουν οι ήρωες του έργου, το βλέπουν και το κατανοούν οι θεατές, των οποίων η περίοπτη θέση ενισχύεται από την δράση του τρομερού παιδιού Πίπη, που μαζί με την υπηρέτρια-Δημήτρω σταδιακά μεγαλώνουν τα εμπόδια αυτής της σχέσης, και χωρίς να το επιδιώκουν παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα της συγκεκριμένης κοινωνικής συνύπαρξης.

Ο Η. Καπετανάκης αναδεικνύει και σατιρίζει αρκετές πτυχές της ελληνικής-αστικής κοινωνίας, όπως την ασυνεννοησία της, την αιώνια-διαχρονική σχέση των Ελλήνων με την πολιτική, την αλλοπρόσαλλη διαχείριση και επιβολή της όποιας εξουσίας κατέχει, όπως επίσης και την προβολή της μέσα από την κατοχή υλικών αγαθών, αλλά και τον άκομψο εκλεκτικισμό σε σχέση με τα ξένα και ελληνικά ήθη. Στο έργο σατιρίζονται και τα αποτελέσματα της γλωσσικής διαμάχης ανάμεσα στην καθαρεύουσα και την δημοτική, η πολεμική των οποίων καθιστά πολλές φορές αδύνατη την επικοινωνία και οδηγεί τη συζήτηση μεταξύ δύο ανθρώπων σε παράλληλους μονόλογους. Θα λέγαμε ότι το συγκεκριμένο έργο αποτελεί μια διαχρονική απεικόνιση της ελληνικής αστικής κοινωνίας, η οποία προβάλλεται μέσα από ένα ξεκάθαρα κωμικό πρίσμα.



Συντελεστές της παράστασης:

Σκηνοθεσία: Βασίλης Δεμιρτζόγλου

Σκηνικά-κουστούμια: Τιτώ Παπαδημητρίου

Μουσική: Ηρακλής Πασχαλίδης

Μουσική προσαρμογή: Θεόδωρος Αργυρόπουλος

Αφίσα-γραφιστικά: Μανδατσής Φώτης

Φωτισμοί: Βασιλειάδης Δημήτρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Καραντώνη

Συντονισμός ομάδας: Ελένη Γκριργκινούδη








Παίζουν: Νικολέτα Καραντώνη, Παύλος Αντωνιάδης, Βασίλης Δεμιρτζόγλου, Πέτρος Δοϊτσίνης, Ελευθερία Λαγκαδιανού, Γεωργία Ταχτσίδου, Λευτέρης Βασιλειάδης, Χριστίνα Σταματιάδου, Ελένη Γκιργκινούδη, Πετρίνα Βάσσου, Τιτώ Παπαδημητρίου



Ευχαριστίες στους: Ηρακλή Πασχαλίδη, Νίκο Κουμαριά, Σάββα Πατσαλίδη, Αλέκο Σπυριδάκη, Διονύση Καραθανάση, Στέλλα Κωνσταντίνου.



Ημέρες παραστάσεων:
2-3 Νοεμβρίου, 9-10 Νοεμβρίου, 16-17 Νοεμβρίου
Ώρα: 9 μ.μ.

Απαραίτητη κράτηση θέσεων στο 6939171711

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Αδαλόγλου Κούλα








Ο έρωτας είμαι ...


Ο έρωτας είμαι, ανέστιος πένητας και πλάνης

εκλιπαρώ μια κούπα μέλανα ζωμό
ονειρεύομαι μιαν ήσυχη άκρα
δε συνορεύω
χαίρομαι μιαν οριστική σε στύση.

Οι ανεμώνες φτάνουν καλές ως εδώ,
απλώνεται ένα ήσυχο πράσινο.

Ο έρωτας είμαι,
χρόνια με μια μαούνα
γυρεύω να περάσω απέναντι
μα ο καιρός κακός
κι οι σπηλιές βγάζουν ήχο υπόκωφο,
τη νύχτα οι μορφές ζωντανεύουν
και ροκανίζουν το βράχο
η αποκάλυψη θ' αργήσει;

Ο έρωτας είμαι,
χέρι ρακοσυλλέκτη
ανασκαλεύω ανελέητους σωρούς :
υπερσυντέλικοι και παρατατικοί
κι ούτε ένας μέλλων,
Τόσο δωρικοί οι καιροί.

Ο τόπος είναι αιωνόβιος,
μαργαρίτες αμέτρητες και σκίνα κίτρινα ...
... κι ένα καφέ λιωμένο, όπως εκείνο του παλιού
αίματος -


Άτιτλο


Και για όσα σου πρόσφερα
με ανταμείβεις με μία σχισμή
που δεν είναι ούτε χαμόγελο

που δεν είναι ούτε χαμόγελο
να κρεμάσω μια υποψία αχνού,
όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει

όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει
και παίζει κακέκτυπα την πατίνα του χρόνου
μπερδεύοντας τα χνάρια της αλήθειας στο πρόσωπό μου

στο πρόσωπό μου που ώρα πρωινή
στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου
απορροφήθηκε από το χνωτισμένο τζάμι.




Διανυκτερεύσεις


Φανάρι κόκκινο και στάση.
Γραφείο τελετών - διανυκτερεύει.

Να διανυκτέρευαν αλήθεια, μαγαζιά,
γραφεία, επιχειρήσεις,
μ' ένα φωτάκι, κάποιο υπάλληλο.
Θα 'χε μια χαμηλή ζωή η πόλη.

Θα 'χα κι εγώ μια ελπίδα συντροφιάς.
Κάποιες δουλειές θα τέλειωνα ίσως
τις ξάγρυπνες ώρες που δε θέλω διασκεδάσεις.

Μα τελικά μόνον ο θάνατος διανυκτερεύει;





Η Kούλα Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια το 1953. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πήρε μεταπτυχιακό στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και διδακτορικό δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων (1998-2007) και Διευθύντρια του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (2007-2011). Αποτελεί μέλος της συγγραφικής ομάδας των βιβλίων "Έκφραση /Έκθεση", που εισήγαγαν την επικοινωνιακή γλωσσική διδασκαλία στο Λύκειο. Εργάζεται ερευνητικά σε θέματα που αφορούν τη διδασκαλία της γλώσσας και την αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας των μαθητών. Συνισταμένη των ερευνητικών αναζητήσεών της αποτελεί η μελέτη Η γραπτή έκφραση των μαθητών. Προτάσεις για την αξιολόγηση και τη βελτίωσή της, εκδ. Κέδρος 2007, η οποία εστιάζει στο γράψιμο ως διαδικασία, μέσα από ποικίλα και διαφορετικά είδη κειμένων. Ποιήματα, αφηγήματα και κριτικά σημειώματά της για σύγχρονους λογοτέχνες έχουν δημοσιευτεί σε γνωστά λογοτεχνικά και φιλολογικά περιοδικά. Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές, τελευταία η "Διπλή άρθρωση", εκδ. Ταξιδευτής, 2009. Ανθολόγηση ποιημάτων της έγιναν σε πολλά περιοδικά. Το βιβλίο "Βγήκε ένας ήλιος χλωμός" αποτελεί την πρώτη της συλλογή διηγημάτων.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ






Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψωαλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.



Η αλλοτρίωση της έλξης

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.



Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.



ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ...

«Σιγά μην τρέμεις...»
είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές
όχι αυτών που σου άλλαζαν τη ζωή
και βρισκόσουν ξαφνικά σ’ άλλες κάμαρες
να προσκυνάς άλλα αγάλματα
αλλ’ εκείνων των ερώτων των μικρών
που για μια μόνο στιγμή
σ’ έκαναν να κοιτάς ψηλά
μ’ ουράνια οικειότητα
ενώ κάτι άταχτα μονοκοτυλήδονα
το γελάκι, η ματιά
σ’ έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια
του κάκτου χρόνου.
Έρωτα μικρέ της τελευταίας στιγμής
ακουμπά σ’ έναν ώμο φανατικά θνητό
ακουμπά στο κενοτάφιο των ονείρων.



ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω
μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω
και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.




Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Ποιήτρια και μεταφράστρια. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και Ελβετία. Είναι Διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά). Πρωτοδημοσίευσε στην «Καινούργια Εποχή» το 1956. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και δοκίμια για την ελληνική ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό Έχει δώσει διαλέξεις και έχει διαβάσει ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y. State, Princeton, Columbia κ.α.). Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο.