Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Καίσαρας Βαλιέχο (César Αbraham Vallejo Mendoza)





Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδηθεί


Ξέρω πως είναι κάποιος
που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.
Δεν ξέρει πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω από την κουζίνα;

Ξέρω πως είναι κάποιος καμωμένος από τα μέλη μου,
που τον ολοκληρώνω όταν το ανάστημά μου
καλπάζει στο ακριβές του πετραδάκι.
Αγνοεί πως στο χρηματοκιβώτιό του
δε θα επιστρέψει νόμισμα που βγήκε απ’ το πορτρέτο του;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μου έχει ξεφύγει ο ήλιος
ξέρω την παγκόσμια πράξη που έκανε το κρεβάτι του
με ξένο κουράγιο κι εκείνο το χλιαρό νερό,
που η φαινομενική συχνότητά του είναι ένα ορυχείο.
Είναι, ίσως, τόσο μικρός εκείνος ο άνθρωπος
που τον πατούν τα ίδια του τα πόδια;

Μια γάτα είναι το σύνορο ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα,
ακριβώς πλάι στο κύπελλό της με το νερό.
Τον βλέπω στις γωνίες, ανοίγει, κλείνει
το κουστούμι του, μάλλον μια ερωτηματική φοινικιά…
Τι άλλο μπορεί να κάμει παρά ν’ αλλάξει κλάμα;

Αλλά με ψάχνει και με ψάχνει. Τι ιστορία!




Οι πέτρες


Σήμερα το πρωί κατέβηκα
στις πέτρες - ω οι πέτρες!
Και προκάλεσα και σφράγισα
μια πυγμαχία από πέτρες.

Μητέρα των θνητών αν στον κόσμο
πονούν τα βήματά μου,
είναι από τα χτυπήματα φωτιάς
μιας παράλογης αυγής.

Οι πέτρες δεν προσβάλουν , ούτε
φθονούν τίποτα. Ζητάνε μόνο
αγάπη για όλους, και ζητάνε
αγάπη ακόμα κι απ' το Τίποτα.

Κι αν κάποιες απ' αυτές
είναι θλιμμένες, ή
ντροπιασμένες, είναι
γιατί έχουν κατιτί το ανθρώπινο...

Αλλά δεν απολείπει αυτός που κάποια
πέτρα χτυπάει από καπρίτσιο μόνο.
Τέτοια άσπρη πέτρα είναι το φεγγάρι
που πέταξε στον ουρανό από μια κλωτσιά...

Μητέρα των θνητών, σήμερα το πρωί
έτρεξα με τις πέτρες,
βλέποντας το γαλάζιο καραβάνι
από πέτρες,
πέτρες,
πέτρες...



Ειδύλλιο νεκρό


Τι κάνει αυτή την ώρα η άνδεια, γλυκιά μου Ρίτα
από σπάρτο και βατόμουρο·
τώρα που με πνίγει το Βυζάντιο και κοιμάται
το αίμα μέσα μου σα ξεθυμασμένο κονιάκ.

Πού να είναι τα χέρια της που σε θέση μετάνοιας
σιδέρωναν τ’ απόβραδα λευκότητες να ‘ρθούν·
τώρα, με τούτη τη βροχή που παίρνει
τη θέλησή μου για να ζήσω.

Τι ν’ απόγινε η φανελένια ρόμπα της· τα
βάσανά της, η περπατησιά της·
η γεύση της από ζαχαροκαλαμιές Μαγιού του τόπου.

Θα στέκεται στην πόρτα κοιτώντας κάποιο προμήνυμα,
και τρέμοντας θα πει: “Ιησού Χριστέ… Τι κρύο που κάνει!”
Και στα κεραμίδια του σπιτιού θα κλάψει ένα αγριοπούλι.


“Οι Μαύροι Μαντατοφόροι”


Έχει χτυπήματα η ζωή τόσο σκληρά… Δεν ξέρω!
Χτυπήματα σαν απ’ οργή Θεού, λες και μπροστά τους
η ταραχή όλων των πόνων
ήταν μια λίμνη στην ψυχή… Δεν ξέρω!

Λίγα είναι, μα υπάρχουν… Ανοίγουν τάφρους σκοτεινές
στο πρόσωπο το πιο σκληρό στην πιο γερή την πλάτη.
Ίσως και να ‘ ναι άτια από βάρβαρους Αττίλες
ή μαντατοφόροι μαύροι που μας στέλνει ο Θάνατος.

Είναι οι βαθιές πτώσεις των Χριστών της ψυχής,
από μια πίστη που βλαστημάει το Πεπρώμένο.
Αυτά τα αιματηρά χτυπήματα είναι οι τριγμοί
κάποιου ψωμιού που στου φούρνου την πόρτα μας καίγεται.

Κι ο άνθρωπος… Φτωχός… φτωχός! Στρέφει τα μάτια , όπως
όταν πάνω στον ώμο μια παλάμη μας καλεί,
στρέφει τα τρελά του μάτια , κι όλα όσα έζησε
λιμνάζουν, σαν λακκούβα ενοχής, μέσα στο βλέμμα του.

Έχει χτυπήματα η ζωή τόσο σκληρά… Δεν ξέρω!






Ο Καίσαρας Βαλιέχο (César Αbraham Vallejo Mendoza) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ισπανόφωνους ποιητές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στο χωριό Σαντιάγκο Ντε Τσούκο του Περού, στις 16 Μαρτίου του 1892 και ήταν ο "βενιαμίν" μιας οικογένειας με 11 παιδιά. Επιθυμία και των δύο γονιών του ήταν να γίνει ιερέας, ωστόσο αυτός γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Τρουχίλιο. Από εκεί αποφοίτησε έχοντας πάρει πτυχίο στην Ισπανική λογοτεχνία. Το 1920, ο Βαλιέχο ξεκίνησε να εργάζεται σαν δάσκαλος, ωστόσο έχασε τη θέση του όταν αρνήθηκε να παντρευτεί μια γυναίκα με την οποία είχε ερωτικό δεσμό. Στη συνέχεια φυλακίστηκε για 117 μέρες καθώς καταδικάστηκε άδικα για υποκίνηση εξέγερσης στο χωριό του και δύο χρόνια αργότερα, υπό το φόβο μιας νέας κάθειρξης, μετανάστευσε στην Ευρώπη, όπου θα έμενε μέχρι το τέλος της ταλαίπωρης ζωής του.

Ο ποιητής εγκαθίσταται στο Παρίσι. Από το 1923 μέχρι και το θάνατό του το 1938, ο Βαλιέχο υποφέρει από την φτώχεια και την πείνα. Οργανώνεται στις τάξεις του μαρξισμού-λενινισμού, στα ιδανικά του οποίου επρόκειτο να παραμείνει πιστός μέχρι το τέλος του τραγικού του βίου. Την ίδια περίοδο πραγματοποιεί τρία ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, ενώ για λίγα χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 30', ζει στην Ισπανία. Το πρωί της 15ης Απριλίου (Μεγάλη Παρασκευή) ο Βαλιέχο αφήνει στο Παρίσι την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις 46 ετών, ωστόσο οι πολύχρονες κακουχίες και στερήσεις σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων στην Ισπανία, τον είχαν εξαντλήσει ανεπανόρθωτα... Πέθανε από μια άγνωστη ασθένεια, που πλέον εικάζεται ότι επρόκειτο για μια μορφή ελονοσίας.

Όπως αναφέρεται και στη Βικιπαίδεια, «ο Βαλιέχο υπήρξε πρωτοπόρος γιατί έγραψε σουρεαλιστική ποίηση πριν από τους σουρεαλιστές, ασχολήθηκε με την αυτόματη γραφή πριν από τον Μπρετόν, έγραψε μοντέρνα ταυτόχρονα με τους μοντερνιστές και έγραψε ποίηση αποδομητική προτού ανακαλυφθεί ο όρος. Υπήρξε ένας κινηματίας της ποίησης πολύ προτού γεννηθούν τα ποιητικά ευρωπαϊκά κινήματα. Και για τον λόγο αυτόν η προσφορά του στο ποιητικό στερέωμα είναι μοναδική και ανεκτίμητη». Αν και στο ευρύ ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο Βαλιέχο παραμένει σχετικά άγνωστος, σε παγκόσμιο επίπεδο θεωρείται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος ισπανόφωνος ποιητής του περασμένου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου