Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

John Keats





«Bright Star» (Λαμπρό αστέρι)


Λαμπρό μου αστέρι, σταθερός να ήμουν σαν και σένα,

Όχι- μόνο σπιθόφωτος, τρεμάμενος τη νύχτα

Ψηλά, με μάτια ορθάνοιχτα, αιώνια κοιτάζω,

Σαν τον υπόνομο, άγρυπνο της Φύσης ερημίτη,

Ωκνά, αργοσάλευτα νερά στο ιερό τους έργο

Γύρω στη γη τα’ ανθρώπινα ακρογιάλια εξαγνίζουν.

Ή να θωρώ το μαλακό φρεσκοπεσμένο χιόνι,

Που στρώνει λευκοπούπουλα σε βάλτους κι ακροβούνια.

Όχι, ποθώ αμετάβολος και σταθερός να γέρνω

Στο στήθος της Αγάπης μου το αμέστωτο να νιώθω

Σε μιαν απαλήν ανασεμιά ν’ ανεβοκατεβαίνει

Και σ’ ανατάραγμα γλυκό πάντοτε να ξυπνάω

Κι αιώνια την ανάσα της ν’ ακούω στο ξυπνητό μου.

Έτσι η ζωή μου να κυλά ή κάλλιο ας σιγοσβήσω.



When I have fears that I may cease to be
(Όταν έχω φόβους ότι μπορεί να πάψω να υπάρχω)



Όταν φοβάμαι ότι μπορεί να φύγω από τη ζήση
Πρίν η πένα μου θερίσει του μυαλού μου τον καρπό
Πριν βουνά από βιβλία καλλιγραφικά γεμίσει
Σιτοβολώνες, με τον ώριμο το σπόρο, το μεστό

Στο έναστρο πρόσωπο της νύχτας όταν ατενίζω
Τα νεφελώδη σύμβολα διηγήσεων ευγενικών
Και λέω, μπορεί και να μη ζήσω να ιστορήσω
Τη μαγική πορεία των τυχαίων τους σκιών

Πλάσμα υπέροχο κι εφήμερο, σαν αισθανθώ
Ότι ποτέ να μη σε ξαναδώ μπορεί
Την ξωτική τη δύναμη να μην ξαναγευτώ
Της αναπόκριτης αγάπης! Τότε στην ακτή

Του μεγάλου κόσμου στέκομαι μόνος, και συλλογίζομαι
Ώσπου ο Έρωτας κι η Δόξα μες το τίποτα βυθίζονται.




Ωδή σε ένα αηδόνι

Η καρδιά μου σφίγγεται και ένα νυσταγμένο μούδιασμα πληγώνει
τις αισθήσεις μου, σαν κώνειο να είχα πιει
ή να είχα αδειάσει κάποιο ύπουλο οπιούχο στις φλέβες μου
μέχρι πριν ένα λεπτό, και ξάφνου χάθηκε στη Λήθη.
Όχι από ζήλια για τη χαρά σου
μα από χαρά για την ευτυχία σου,
πως εσύ, ελαφρόπτερη Δρυάδα των δέντρων
σε κάποια μελωδική συμφωνία
από βαθύ πράσινο και σκιές αμέτρητες
θα τραγουδάς για το καλοκαίρι με όλη τη δύναμη της φωνής σου.

Ω, για ένα κύπελλο εκλεκτό κρασί που ωρίμασε
για καιρό μακρύ, βαθιά κρυμμένο στη γη
έχοντας τη γεύση της χλωρίδας και του πράσινου της εξοχής.
Χορός και εύθυμο τραγούδι και ευθυμία κάτω από τον καυτό ήλιο
Ω, για ένα κύπελλο πλήρες καυτού Νότου
γεμάτο με την πραγματική, τη φέρουσα αίσθημα ντροπής Ιπποκρήνη.
Με λαμπερές σταγόνες να αφρίζουν στο χείλος του
και το στόμα βαμμένο πορφυρό.
Αυτά ίσως πιω και αφήσω τον κόσμο χωρίς να τον δω
και με σένα να χαθώ μες του δάσους το θολό τοπίο.
Να χαθώ μακριά, να γίνω στάχτη και σχεδόν να λησμονήσω
ό,τι εσύ εν μέσω των δεντρόφυλλων ποτέ σου δεν έμαθες
Την κούραση, τον πυρετό και τη δυσφορία (έγνοια).
Εδώ, που στέκουν οι άνδρες και αφουγκράζονται ο ένας το στεναγμό του άλλου
Όπου η παράλυση αναρριγεί τις λιγοστές θλιμμένες, τελευταίες γκρίζες τρίχες,
Εκεί όπου η νιότη θαμπώνει, και γίνεται αχνή σα φάντασμα, και χάνεται (πεθαίνει)
Εκεί που η σκέψη είναι γεμάτη πόνο και οδύνη
και ανείπωτη απόγνωση
Εκεί που το κάλλος δε μπορεί να κρατήσει τα φωτεινά του μάτια
Ή ένας νέος έρωτας να μαραζώνει γι' αυτά πέρα από το αύριο.

Μακριά! Μακριά! Θα πετέξω σε σένα
όχι με το άρμα του Διονύσου και τους πάνθηρές του
μα με τα αόρατα φτερά του ποιητικού μου οίστρου.
Μέσω της καθυστέρησης και του σαστίσματος ενός νωθρού μυαλού,
είμαι ήδη μαζί σου! Τρυφερή είναι η νύχτα,
και μετά χαράς η Βασίλισσα του φεγγαριού κάθεται στο θρόνο της
τριγυρισμένη από όλες τις έναστρες υπάρξεις της.
Όμως εδώ δεν υπάρχει φως,
πέρα απ' ό,τι φτάνει απ' τον παράδεισο με την αύρα που φυσά,
μέσα από τολμηρά μισοσκόταδα και ανεμοδαρμένα βρυοσκεπή μονοπάτια.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια λουλούδια είναι κάτω από τα πόδια μου,
ούτε ποιο ελεφρύ θυμίαμα αιωρείται πάνω από τα κλαριά,
μα μες στη μυρωμένη σκοτεινιά, υποθέτω κάθε γλυκύτητα
με την οποία ο εκάστοτε μήνας της εποχής είναι προικισμένος.
Το χορτάρι, η δενδροστοιχία και η καρποφόρος άγρια γη
Λευκή κράταιγος και η βουκολική αγριοτριανταφυλλιά
Βιολέτες που μαράθηκαν γρήγορα, καλυμμένες με φύλλα
και το μεσομαγιάτικο παιδί, το μεγαλύτερο
ο μόσχοσμος που θα ανθίσει, πλήρης με δροσάτο οίνο
Το επίμονο βουητό από τις μύγες στους πρόποδες του καλοκαιριού.

Κάνω σκοτεινές σκέψεις' και για πολύ καιρό
ήμουν κατά το ήμισυ ερωτευμένος με το μακάριο θάνατο.
Πολλές φορές τον αποκάλεσα εμπνευσμένη ρίμα
να πάρει με τον άνεμο την ήρεμη ανάσα μου,
Τώρα περισσότερο από ποτέ είναι ευκαιρία να φύγω
να πάψω τα μεσάνυχτα δίχως πόνο
ενώ εσύ θα αφήνεις την ψυχή σου να ταξιδεύει
μέσα σε τέτοια έκσταση!
Ακόμα θα μπορούσες να τραγουδάς, και εγώ έχω αυτιά επί ματαίω
Στην τρανότερη ελεγεία σου γίνε η κατάρα.

Δεν καμώθηκες εσύ για το Χάρο, αθάνατο πουλί.
Καμιά αχόρταγη γενιά δε θα περάσει από πάνω σου.
Η φωνή που ακούω τη νύχτα αυτή που φεύγει, ακουγόταν
τα πολύ παλιά χρόνια από τον αυτοκράτορα και το γελωτοποιό.
Ίσως το ίδιο ακριβώς τραγούδι που βρήκε το δρόμο του
μέσα από τη θλιμμένη καρδιά της Ρουθ, όταν, στη νοσταλγία της για το σπίτι
στάθηκε δακρύζοντας μες στο ξένο χωράφι με το καλαμπόκι.
Το ίδιο που πολλάκις έχει
σαγηνέψει μαγεμένα παραθυρόφυλλα, που ανοίγουν εμπρός
σε μανιασμένες θάλασσες, σε νεραϊδοχώρες ερημωμένες.

Ερημωμένες! Η ίδια λέξη ηχεί σαν καμπάνα
ώστε να με ξαναγυρίσει από εσένα στη μοναχικότητά μου!
Αντίο! Η φαντασία δε μπορεί να ξεγελάσει τόσο εύκολα,
καθώς φημίζεται πως μπορεί, απατηλό ξωτικό.
Αντίο! Αντίο! Ο γοερώς σου ύμνος ξεθωριάζει
πέρα από τα κοντινά λιβάδια, πάνω από το γαλήνιο χείμαρρο
πάνω στην πλαγιά του λόφου, και τώρα είναι θαμμένο βαθιά
στα ξέφωτα της διπλανής κοιλάδας.
Ήταν ένα όραμα, ή ένα όνειρο της μέρας;
Φευγαλέα είναι αυτή η μουσική: -Είμαι ξύπνιος ή μήπως κοιμάμαι;



O John Keats γεννήθηκε την 31η Οκτωβρίου 1795 στο Λονδίνο. Ήταν ένας Άγγλος ρομαντικός ποιητής. Μαζί με τον λόρδο Βύρωνα και τον Percy Bysshe Shelley, ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία στη δεύτερη γενιά του κινήματος του Ρομαντισμού, παρά το γεγονός ότι τα έργα του δημοσιεύτηκαν μόλις τέσσερα χρόνια πριν το θάνατό του.
Αν και τα ποιήματά του δεν ήταν γενικά αρεστά από τους κριτικούς κατά τη διάρκεια της ζωής του, η φήμη του μεγάλωσε μετά το θάνατό του, στο βαθμό που από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους Άγγλους ποιητές. Είχε μια σημαντική επιρροή σε ένα ευρύ φάσμα των μετέπειτα ποιητών και συγγραφέων.
Η ποίηση του Keats χαρακτηρίζεται από αισθησιακές εικόνες, κυρίως στη σειρά των ωδών. Σήμερα, τα ποιήματα και οι επιστολές του, είναι μερικά από τα πιο δημοφιλή και αναλύονται στην αγγλική λογοτεχνία.
Τα γνωστότερα ποιήματα του είναι ο Ενδυμίων (Endymion), Η ωραία χωρίς οίκτο (La Belle Dame sans Merci), Ωδή στην μελαγχολία (Ode on melancholy), Ωδή σ'ένα αηδόνι (Ode to a Nightingale), Ωδή σε μια ελληνική Υδρία (Ode to a Grecian Urn), Ωδή στην ψυχή (Ode to Psyche), Η παραμονή της Αγίας Αγνής (The eve of St. Agnes) και ο Υπερίων (Hyperion).
Οι μεγάλες περιπέτειες αυτής της ζωής είναι ο παιδικός κι αποτυχημένος έρωτας με τη Fanny Brawne και η ποίηση.Τον Ιούνιο του 1818 ο Keats έμαθε ότι είχε μόνο άλλα τρία χρόνια για να ζήσει. Ήξερε ότι θα πεθάνει από φυματίωση.Οι γιατροί του συνέστησαν αμέσως ως τελευταία ελπίδα για την ζωή του ένα ταξίδι, όπου και πήγε τελικά στην Ιταλία, με την οικονομική βοήθεια των εκδοτών του μαζί με έναν νέο καλλιτέχνη τον Τζόζεφ Σέβερν. Στις 23 Φεβρουαρίου 1821, ο Keats πέθανε στη Ρώμη. Ήταν μόλις 25 ετών. Ο ίδιος ετοίμασε την απελπισμένη επιγραφή του τάφου του: «Εδώ κείτεται κάποιος που το όνομά του γράφτηκε στο νερό». Όνομα δεν υπάρχει στην ταφόπετρα.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Η ποίηση της Ρένας Πέτρου!


Ο Άγνωστος


 Τα βράδια...ακούω κάποιον που χτυπάει την πόρτα.
Κρυφοκοιτάζει από τις γρύλιες μέσα στο σπίτι
κι'έπειτα, φεύγει πετώντας στον ουρανό.

Κι'εγώ, κάνω πως τάχα δεν τον προσέχω,
μα κάθε βράδυ τον περιμένω πριν κοιμηθώ...



Η Αλυσίδα


Απόψε -στη διαδήλωση-
μη μ' αφήσεις απ'τα μάτια σου.
Βάστα με σφιχτά απ'το χέρι και προχώρα.
Θα πιαστούμε και μ' άλλους,
θα γίνουμε μια αλυσίδα δυνατή,
που κανείς δεν θα μπορεί να τη σπάσει,
κανείς να την νικήσει πια.


Φόβος


Τα βράδια,έξω απ'το σπίτι,ακούγεται φασαρία.
Άνθρωποι,φωνάζουν συνθήματα,επαναστατούν.
Εγώ τους ακούω μα φοβάμαι να φωνάξω μαζί τους.
............................................
Τα πρωινά πάλι...σωπαίνουν.


Μην αργείς...


Τα σπίτια άδειασαν...Η οργή ξεχύλισε...
Κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους...
Παντού συνθήματα,φωνές...
Πιασμένοι χέρι-χέρι όλοι βαδίζουν...
Σε περιμένω...μην αργείς..


Πήγαν χαμένα


Δεν ξέρω πως πήγαν χαμένα
όλα τα ποιήματά μου.
Όταν τά'γραφα,γέμιζε ο χώρος μ'αγάπη,
που την έκλεινα μαζί τους στο φάκελο.
Έπειτα ταξίδευαν και τα σκεφτόμουν
στα λευκά σου χέρια να σπαρταράνε.
Κι όμως πήγαν χαμένα σου λέω...
 


Η Εστία


Θυμήθηκα μία βραδιά το πατρικό μας σπίτι
και την εστία που σβηστή ποτέ δεν είχα δεί.
Η μάνα μας ολημερίς την κράταγε αναμμένη,
γιατί για 'κείνη φαίνεται,πως σήμαινε ζωή.

Κατάκοπος σαν γύρναγε το βράδυ ο πατέρας,
η μάνα την εφούντωνε σαν νά'ταν πυρκαγιά.
Και τότε όλοι γύρω της καθόμασταν παρέα
και ο πατέρας όλους μας,μας έπαιρνε αγκαλιά.

Πρόσφατα,πήγα μόνος μου σε 'κείνο τ'άδειο σπίτι,
μήπως και δώ σαν όνειρο εκείνη τη φωτιά,
μα δεν υπήρχε τίποτα,που πια να τη θυμίζει,
μόνο στη μέση ορφανή έστεκε η πυροστιά.
 


Σημάδια


Τα λόγια σου σκληρά και άδικα

έπεσαν σαν βιτσιές σε γυμνό σώμα,
χαράζοντας άσβηστα σημάδια,
όπως συμβαίνει σε κάθε προδοσία.

    

 Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975, όπου και μεγάλωσε.Σπούδασε νηπιαγωγός και άσκησε το επάγγελμα στο Α' Βρεφοκομείο Αθηνών και έπειτα στον ιδιωτικό τομέα.Είναι παντρεμένη και έχει ένα γιό.
Την Ποίηση την αγαπούσε από τα εφηβικά της χρόνια αλλά προφανώς από κάποια εσωτερική ανάγκη εκτόνωσης άρχισε "να επιχειρεί" και η ίδια.
( ποίηματά της περιέχονται στην ποιητική ανθολογία "127 φωνές ψυχής" ,όμως αυτό το διάστημα συμμετέχει και σε μια ανθολογία που είναι 'στα σκαριά')

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Γιάννης Ρίτσος


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.



Ἐπιλογικό


Νὰ μὲ θυμόσαστε - εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.

Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.

Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:

Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.

Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.



Μὲ τόσα φύλλα


Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
προσμένουνε τὴν ὥρα,
προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.

Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.







Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε το 1909 στη Μονεμβασιά, το τελευταίο παιδί μιας πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων. Η πρώτη παιδική ηλικία ήταν και η μόνη ευτυχισμένη περίοδος της οικογενειακής ζωής του. Σύντομα η οικογένεια επρόκειτο να καταστραφεί οικονομικά. Μαζί με την ανέχεια ήρθαν μεγαλύτερες δοκιμασίες. Ο θάνατος του αδελφού του Μίμη, δοκίμου αξιωματικού του Ναυτικού από φυματίωση το 1921 και μερικούς μήνες αργότερα, ο θάνατος της μητέρας από την ίδια αρρώστια. Ο πατέρας τρελαίνεται. Θα τελειώσει τη ζωή του, το 1938, στο Δαφνί. Στο ίδιο ίδρυμα θα οδηγηθεί το 1936 η αδελφή του ποιητή Λούλα, ο πιστός σύντροφος των παιδικών του χρόνων.

Μαζί με τη Λούλα ο ποιητής περνά τα γυμνασιακά του χρόνια στο Γύθειο. Το 1925 φτάνουν στην Αθήνα για σπουδές. Γρήγορα όμως ο Ρίτσος θα προσβληθεί κι αυτός από φυματίωση. Ως το 1940 περίπου, η ζωή του θα περνά ανάμεσα σε σανατόρια και στα διαλείμματα, στην Αθήνα, όπου είναι υποχρεωμένος να εργάζεται σκληρά και κάποτε με εξευτελιστικούς όρους για να επιζήσει.

Στο πείσμα αυτής της κακιάς μοίρας και του ίδιου του θανάτου που τον απειλεί συνεχώς, ο Ρίτσος, που από τα παιδικά του χρόνια αισθάνεται ποιητής, γράφει ασταμάτητα. Στην ποίηση βρήκε το μοναδικό καταφύγιο. Στην ποίηση και, από το 1929, στο σοσιαλιστικό ιδανικό το οποίο ενστερνίστηκε στο σανατόριο της Σωτηρίας – εκεί νοσηλεύονταν πολλοί αγωνιστές. Η πίστη σ’ αυτό το μελλοντικό όραμα θα εμπνέει και την ποίησή του.

Από το 1930 ως το 1934 γράφει τις συλλογές Τρακτέρ (έκδ. 1934) και Πυραμίδες (έκδ. 1935). Το 1936, με αφορμή την αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη, γράφει τον Επιτάφιο. Η δικτατορία του Μεταξά συμπεριλαμβάνει τον Επιτάφιο στα ανατρεπτικά βιβλία που κάηκαν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Στο διάστημα αυτό, έως τον πόλεμο, ο Ρίτσος εργάζεται ως ηθοποιός και χορευτής σε διάφορα θέατρα και αργότερα στο Εθνικό και στη Λυρική. Στην Κατοχή εντάσσεται στον λογοτεχνικό τομέα του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Νέα υποτροπή της φυματίωσης τον καθηλώνει στο κρεβάτι όπου γράφει ασταμάτητα. (Τα περισσότερα έργα αυτής της περιόδου καταστράφηκαν αμέσως μετά τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη 1944). Τον Δεκέμβριο του 1944 ακολουθεί τις αριστερές δυνάμεις που εγκαταλείπουν την Αθήνα. Φθάνει στην Κοζάνη όπου γράφει το θεατρικό Η Αθήνα στ’ άρματα που παίζεται αμέσως.

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εργάζεται ως διορθωτής και επιμελητής κειμένων στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη και συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα.

Το 1948 εκτοπίζεται στο Κοντοπούλι της Λήμνου, αργότερα στη Μακρόνησο και στο τέλος στον Αϊ – Στράτη. Απελευθερώνεται τον Αύγουστο του 1952. Την περίοδο αυτή το έργο του είναι απαγορευμένο, ο ίδιος όμως συνεχίζει τη δημιουργική του δραστηριότητα.

Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και το 1955 γεννιέται η κόρη του, Έρη. Το 1956 του απονέμεται το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη Σονάτα του σεληνόφωτος.

Αυτά τα χρόνια κι ως την καινούργια δικτατορία είναι τα μόνα ήρεμα. Ο ποιητής αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο του και σε ποιητικές μεταφράσεις χωρίς άλλους επαγγελματικούς περισπασμούς. Ωστόσο σ’ όλη τη ζωή του δε σταμάτησε ούτε μέρα να γράφει και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Με την επιβολή της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Ιππόδρομο. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Γυάρο, ύστερα στο Παρθένι της Λέρου. Από τον Οκτώβριο του 1968 ως το τέλος του 1970 βρίσκεται σε «κατ’ οίκον περιορισμό» στο Καρλόβασι Σάμου. Το έργο του είναι πάλι υπό απαγόρευση.

Το 1971 επιστρέφει ελεύθερος στην Αθήνα. Έχει έρθει η ώρα της αναγνώρισης στην Ελλάδα και διεθνώς. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1975). Το 1978 γίνεται επίσης διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ στην Αγγλία, το 1984 του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας και το 1987 του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1977 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Ο Γιάννης Ρίτσος μας έχει δώσει ένα ογκωδέστατο έργο. Μετά τον Επιτάφιο (1936), ακολουθούν λυρικές συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο όπως Το τραγούδι της αδελφής μου (1937), Εαρινή συμφωνία (1938), Το εμβατήριο του ωκεανού (1940). Μέσα στη Κατοχή γράφει τη Δοκιμασία, ενώ η εποποιία της Αντίστασης θα του εμπνεύσει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών (1945-1947). Παράλληλα, η τραγωδία της Κατοχής και του Εμφύλιου καταγράφεται στη συλλογή Αγρύπνια (1944-1953) και στις Γειτονιές του κόσμου (1949-1951).

Στον τόμο Τέταρτη διάσταση (1956-1975) έχουν συγκεντρωθεί ποιητικοί μονόλογοι, όπως η Σονάτα του σεληνόφωτος, ο Ορέστης, ο Φιλοκτήτης, η Χρυσόθεμις, η Ελένη. Μέσα από το μύθο και την ιστορία όσο και από τις σύγχρονες κοινωνικές συγκρούσεις, ο ποιητής αναπτύσσει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Η Τέταρτη διάσταση μαζί με τις πολυάριθμες συλλογές μικρών ποιημάτων που γράφονται παράλληλα (Μαρτυρίες, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Χειρονομίες και άλλα) είναι το απόσταγμα της ανθρώπινης και ποιητικής εμπειρίας του. Με τις οραματικές, δοξαστικές συνθέσεις που συγκεντρώνονται στους τόμους Γίγνεσθαι και Επινίκια, ο Ρίτσος ολοκληρώνει την ποιητική του κατάθεση.

Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά καθώς και 9 πεζά με το γενικό τίτλο Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων. Έχουν εκδοθεί επίσης 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα διαφορετικές γλώσσες ανέρχονται σε 266.

Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990.

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Σαμίχ Αλ Κάσεμ



Λόγος στην αγορά της ανεργίας


Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου.
Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης.
Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι!

Ίσως αρπάξεις απ' τη γη μου και την τελευταία σπιθαμή.
Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου
Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου- πιθάρια, έπιπλα και σκεύη-.
Ίσως καθίσεις παν' απ' το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι!

Ίσως από τις νύχτες μου να σβήσεις κάθε φως.
Ίσως να στερηθώ της μάνας το φιλί.v Ίσως κι ένα παιδί να βρίσει το λαό μου, τον πατέρα μου.
Ίσως να κλέψεις μια στιγμή απροσεξίας από τον φύλακα των πόνων μου.
Ίσως πλαστογραφήσει την Ιστορία μου ένας δειλός, μυθομανής, θρησκόληπτος.
Ίσως στερήσεις στα παιδιά μου καινούριο ρούχο στη γιορτή.
Ίσως με δανεισμένο πρόσωπο τους φίλους μου πλανέψεις.
Ίσως υψώσεις γύρω μου τείχη ...τείχη...τείχη ...
Ίσως τις μέρες μου καρφώσεις στο σταυρό του εξευτελισμού εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι!

Εχθρέ του ήλιου
στο λιμάνι στολίσματα, χαιρετισμοί, φωνές χαράς και αχολόι
και τα πολεμικά τραγούδια μας φλογίζουν τα λαρύγγια
κι ένα πανί μες στον ορίζοντα που προκαλεί τον άνεμο
και τη φουρτούνα
και ξεπερνάει τον κίνδυνο
είναι του Οδυσσέα που επιστρέφει
απ' του χαμού τη θάλασσα
επιστροφή του ήλιου, του ξενιτεμένου και όρκο βάνω στα μάτια τους
δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου
θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι!


Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ είναι ένας από τους διασημότερους Παλαιστίνιους ποιητές. Γεννημένος το 1939 στη Γαλιλαία της Παλαιστίνης, κρατήθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του και φυλακίστηκε από τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πολλές φορές για τις ενέργειές του. Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ έχει δημοσιεύσει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές και πολλές από αυτές έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά όπως επίσης και πολλά από τα πατριωτικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί. Είναι διευθυντής της έκδοσης της Παλαιστινιακής εφημερίδας "Κουλ Ελ Αράμπ".

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Sarah Cane



Έχω αποφασίσει να αυτοκτονήσω


Είμαι θλιμμένη
Νιώθω πως το μέλλον είναι ανέλπιδο και
ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να καλυτερέψουν
Νιώθω πλήξη και δεν ικανοποιούμαι με τίποτα
Απέτυχα πλήρως σαν άνθρωπος
Είμαι ένοχη και τιμωρούμαι
Θέλω να σκοτωθώ
Κάποτε μπορούσα να κλαίω αλλά τώρα είμαι αδάκρυτη
Έχασα το ενδιαφέρον μου για τους ανθρώπους
Δεν μπορώ να παίρνω αποφάσεις
Δεν μπορώ να φάω
Δεν μπορώ να κοιμηθώ
Δεν μπορώ να σκεφτώ
Δεν μπορώ να ξεπεράσω τη μοναξιά μου, το φόβο μου, την αηδία μου
...
Δεν μπορώ να γράψω
Δεν μπορώ να αγαπήσω...

Στις 4.48
όταν κάνει επιδρομή η κατάθλιψη
θα κρεμαστώ
στον ήχο της ανάσας του εραστή μου

Δεν θέλω να πεθάνω

Έχω τόσο αποκαρδιωθεί από το δεδομένο της θνητότητάς μου που έχω αποφασίσει να αυτοκτονήσω.



Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή.
Και ν” ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν” αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ” το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν” αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ” αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ” αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ” αφήνω να σηκωθείς απ” το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ” ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ







Στις τρεις Φεβρουαρίου 1971 γεννήθηκε στο Essex της Αγγλίας η θεατρική συγγραφέας Sarah Kane. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Bristol και του Birmingham και αρχικά φιλοδοξούσε να ασχοληθεί με την ποίηση, αλλά αδυνατώντας να εκφράσει τα συναισθήματά της μέσα από αυτή τη μορφή γραφής στράφηκε προς το θέατρο.

Στα έργα της κυριαρχεί η βία και τα θέματα που πραγματεύεται είναι ο θάνατος, ο πόνος, η τρέλα, τα παραληρήματα, η σεξουαλική απόγνωση και η αγάπη. Με το πρώτο της κιόλας θεατρικό «Blasted» προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο στην Αγγλία, καθώς η μία σκηνή βιαιότητας διαδέχονταν την άλλη. Οι κριτικοί λοιδόρησαν το έργο αλλά υπήρξανε ομότεχνοί της που υπερασπιστήκανε την αξία του, όπως ο Harold Pinter.

Ακολούθησε το «Phaedra’s love», που αποτελεί μια διακειμενοποίηση στην «Φαίδρα» του Σενέκα, με το οποίο κέρδισε και την αποδοχή των κριτικών και κατόπιν ακόμη τρία έργα, «Cleansed», «Crave» και «4.48 psychosis».

Η Σάρα Κέιν έπασχε από κατάθλιψη και αυτοκτόνησε τον Φεβρουάριο του 1999, ενώ νοσηλευόταν σε νοσοκομείο τού Λονδίνου.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Thomas Stearns Eliot (Τ.Σ. Έλιοτ)

Thomas Stearns Eliot




ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Κύριο Κουρτς –πέθανε.
                           Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι


I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι
Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙
Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.


ΙΙ
Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.
Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά
Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—
Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.


ΙΙΙ
Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.
Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.


IV
Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας
Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης
Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού
Τυφλοί, εκτός κι αν
Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.


V
Γύρω-γύρω όλοι
Φραγκόσυκο στη μέση
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε ξημερώνει
Μεταξύ της ιδέας
Και της πραγματικότητας
Μεταξύ της κίνησης
Και της πράξης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Μεταξύ της επινόησης
Και της δημιουργίας
Μεταξύ του αισθήματος
Και της ανταπόκρισης
Ενσκήπτει η Σκιά
Η ζωή είναι μακριά πολύ
Μεταξύ της επιθυμίας
Και του σπασμού
Μεταξύ της ισχύος
Και της ύπαρξης
Μεταξύ της ουσίας
Και της πτώσης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα







O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 26 Σεπτεμβρίου 1888 - 4 Ιανουαρίου 1965), Μέλος του Τάγματος της Αξίας ήταν Αμερικανός  ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα και ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Το 1948 βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν το Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Προύφροκ (1910), η Έρημη Χώρα (1922), τα Τέσσερα κουαρτέτα (1943) καθώς και το θεατρικό έργο Φονικό στην Εκκλησιά (1935).

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Γιώργος Σεφέρης








Σχέδια γιὰ ἕνα καλοκαίρι. [Ἄνθη τῆς πέτρας]


Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.


ἉγιαΝάπα, Α´


Καὶ βλέπεις τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καθὼς ἔλεγαν οἱ παλαιοί.
Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα
συντυχαίνοντας ἀνθρώπους μὲ τέλειες πανοπλίες...
παράξενο, δὲν πρόσεχα πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.
Εἴταν τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν, τὸ κριάρι
ποὺ ἔσφαζα κι ἔστρωνα στὰ πόδια τους...
μὰ δὲν εἴταν τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ κόκκινο χαλί.
Ὅ,τι μου λέγαν ἔπρεπε νὰ τὸ ψηλαφήσω
ὅπως ὅταν σὲ κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σὲ στάβλο
ἢ φτάσεις τέλος τὸ κορμὶ βαθύκολπης γυναίκας
κι εἶναι γεμάτη ἡ κάμαρα πνιγερὲς μυρωδιές...
ὅ, τι μοῦ λέγαν δορὰ καὶ μετάξι.

Παράξενο, τὸ βλέπω ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου... τὸ χρυσὸ δίχτυ
ὅπου τὰ πράγματα σπαρταροῦν σὰν τὰ ψάρια
ποὺ ἕνας μεγάλος ἄγγελος τραβᾶ
μαζὶ μὲ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων.



Ὁ κ. Στρατὴς Θαλασσινὸς περιγράφει ἕναν ἄνθρωπο



Μὰ τί ἔχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;
Ὅλο τὸ ἀπόγευμα (χτὲς προχτὲς καὶ σήμερα) κάθεται
μὲ τὰ μάτια καρφωμένα σὲ μία φλόγα
σκόνταψε πάνω μου τὸ βράδι καθὼς κατέβαινε τὴ σκάλα μου εἶπε:
«Τὸ κορμὶ πεθαίνει τὸ νερὸ θολώνει ἡ ψυχὴ διστάζει
κι ὁ ἀγέρας ξεχνάει ὅλο ξεχνάει
μὰ ἡ φλόγα δὲν ἀλλάζει».
Μοῦ εἶπε ἀκόμη:
«Ξέρετε ἀγαπῶ μία γυναίκα ποὺ ἔφυγε ἴσως στὸν κάτω κόσμο
δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ ποὺ φαίνομαι τόσο ἐρημωμένος
προσπαθῶ νὰ κρατηθῶ ἀπὸ μία φλόγα γιατὶ δὲν ἀλλάζει».
Ὕστερα μοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία του.


Λίγο ἀκόμα


Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.

Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.


Η λυπημένη



Στην πέτρα της υπομονής κάθισες προς το βράδυ με του ματιού σου το μαυράδι δείχνοντας πως πονείς·

κι είχες στα χείλια τη γραμμή που είναι γυμνή και τρέμει σαν η ψυχή γίνεται ανέμη και δέουνται οι λυγμοί·

κι είχες στο νου σου το σκοπό που ξεκινά το δάκρυ κι ήσουν κορμί που από την άκρη γυρίζει στον καρπό·

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός δε βόγκηξε κι εγίνη το νόημα που στον κόσμο δίνει έναστρος ουρανός.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο. Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία. Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη. Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη. Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική. Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα. Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας. Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα. Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955). Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962. Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία. Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου. Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Σεφέρη βλ. Σαββίδης Γ.Π., Σχεδίασμα χρονολογίας Γιώργου Σεφέρη (1873-1962). Αθήνα, ανάτυπο από το περιοδικό Εποχή, 1963, Τσάτσου Ιωάννα, Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης. Αθήνα, Εστία, 1973, Vitti Mario, «Στοιχεία χρονολογίας. Η ζωή και το έργο του Σεφέρη», Φθορά και λόγος· Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα, Εστία, 1978, Τετράδια Ευθύνης25, 1986, Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Γιώργου Σεφέρη», Διαβάζω142, 23/4/1986, σ.38-50 και Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Σεφέρης Γιώργος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Τίτος Πατρίκιος 4 ποιήματα

Τίτος Πατρίκιος


Η πόλη που γεννήθηκα

Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
δεν αποκρίνεται κανείς.
Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
Βόρειο πλάτος, αίμα.
Βόρειο μήκος, θάνατο.




Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις

Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ότι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ότι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.


Μέτρημα του χρόνου

Όπως πλησιάζουν τα τσιγάρα μας τη νύχτα
κι από μια καύτρα χωρίζουν δυό
έτσι κι οι άνθρωποι συναντιούνται και χωρίζουν
από κρατητήριο σε κρατητήριο
από στρατόπεδο σε στρατόπεδο
από σκηνή σε σκηνή.
Σαν τα τζιτζίκια που όταν δε βρίσκουν δέντρα
σκαλώνουν στα τηλεγραφόξυλα
κι εμείς όπου βρεθούμε ριζώνουμε για λίγο
μετρώντας το χρόνο με τις βδομάδες, με τους μήνες
με τις εποχές.
Τώρα έχουμε όλοι ξύλινα καραβάκια
τα βάζουμε δίπλα στα βιβλία
τα στέλνουμε στους δικούς μας
αποχτήσαμε πιάτα και γυάλινα ποτήρια –
δεν έχουμε τίποτα, μας τα έκλεψαν όλα
έμεινε η λάσπη μες στο στόμα.
Είμαστε ντυμένοι ένα μαλακό δέρμα
που ξεσκίζεται εύκολα.
«Τη Βούλα έπρεπε να τη δεις στην Απελευθέρωση
τώρα έρεψε, η δουλειά, οι γέννες, τα τρεχάματα στο τμήμα.»
«Ο Γιώργης έβγαζε τα χαρτιά του για την Αμερική
όταν τον σκοτώσανε στη Χαλκίδα, πριν απ’ το δημοψήφισμα.»
«Ο Ντίνος τα κατάφερε, δηλαδή τι τα κατάφερε
τα μούντζωσε όλα, τώρα έχει πιαστεί γερά στον Καναδά.»
«Το πάτωμα βούλιαζε κάτω απ’ τον μπουφέ
κι εκείνη αγκομαχούσε να τον αλφαδιάσει.
Παράτα τον, της έλεγα, τζάμπα βασανίζεσαι.
Έτσι μια Κυριακή πρωί έσπασε το αγαλματάκι.»
«Ο καπνός από τα Λιπάσματα νύχτα μέρα
κρέμεται πάνω από τη γειτονιά, σε πνίγει,
χημικές ουσίες, που να φύγει αυτός ο βήχας.»
κι εδώ δε μένουμε άνεργοι, παλεύουμε για την επιβίωση
βάζουμε υπογραφές για την ειρήνη, στέλνουμε καταγγελίες
κρατάμε ένα χαράκωμα.
Όμως τα χρόνια δεν τα ζούμε, τα μετράμε,
τα σπρώχνουμε να φύγουν.



Η Σάρκα

Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.



Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος των ηθοποιών Σπύρου και Λέλας Πατρικίου. Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Άη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967. Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό Ξεκίνημα της Νιότης, ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χωματόδρομος. Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίτου Πατρίκιου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Τίτος Πατρίκιος», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.566-568. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Αργυρίου Αλεξ., «Πατρίκιος Τίτος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

Εργογραφία:

Ι.Ποίηση
• Χωματόδρομος. Αθήνα, 1954.
• Μαθητεία· (1952-1962). Αθήνα, Πρίσμα, 1963.
• Προαιρετική στάση. Αθήνα, 1975.
• Ποιήματα1 (1948-1954). Αθήνα, Θεμέλιο, 1976.
• Θάλασσα Επαγγελίας. Αθήνα, Θεμέλιο, 1977.
• Αντιδικίες. Αθήνα, Ύψιλον, 1981.
• Παραμορφώσεις. Αθήνα, Διάττων, 1989.
• Η συμμορία των δεκατριών. Ημερολόγιο του 1940 και άλλα γραφτά. Αθήνα, Διάττων, 1990.
• ΠοιήματαΙ· 1948-1954. Αθήνα, Θεμέλιο, 1990.
• Η ηδονή των παρατάσεων. Αθήνα, Διάττων, 1992.
• Συνεχές ωράριο• διηγήσεις. Αθήνα, Διάττων, 1993.
• ΠοιήματαΑ΄-Γ΄. Αθήνα, Κέδρος, 1998.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Λούκατς, Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό. 1957.
• Αραγκόν, Μ’ ανοιχτά χαρτιά. 1965.
• Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού. Αθήνα, Γνώση, 1983.
• Πωλ Βαλερύ, Ο κύριος Τεστ. Αθήνα, Ολκός, 1995.
ΙΙΙ.Πεζογραφία
• Στην ίσαλο γραμμή· Αφηγήσεις. Αθήνα, Κέδρος, 1997.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ντίνος Χριστιανόπουλος 4 ποιήματα

Ντίνος Χριστιανόπουλος


ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.


Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.


ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα


ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;




Γεννήθηκε τὸ 1931 στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου καὶ ζεῖ. Σπουδὲς καὶ πτυχίο κλασικῆς φιλολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Πρώτη ἐμφάνιση τὸ 1950, μὲ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Ἐποχὴ τῶν Ἰσχνῶν Ἀγελάδων». Ἱδρυτὴς & διευθυντὴς τοῦ λογοτεχνικοῦ & καλλιτεχνικοῦ περιοδικοῦ «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» (1958-1983), τῶν «Ἐκδόσεων Διαγωνίου» (1957-1998), τῆς Μικρῆς Πινακοθήκης «Διαγώνιος» (1974-1995. Ἐξέδωσε πολλὰ λογοτεχνικὰ καὶ φιλολογικὰ ἔργα. Βιβλία του μεταφράστηκαν στ᾿ ἀγγλικά, γαλλικά, σουηδικὰ καὶ δανέζικα.

Ἔγραψε τὶς ποιητικὲς συλλογές: «Ἐποχὴ Τῶν Ἰσχνῶν Ἀγελάδων», «Ξένα Γόνατα», «Ἀνυπεράσπιστος Καημός», «Ὁ Ἀλλήθωρος», «Τὸ Κορμὶ & Τὸ Σαράκι», «Νεκρὴ Πιάτσα», «Τὸ Αἰώνιο Παράπονο» & «Ἡ Πιὸ Βαθιὰ Πληγή».

Τὰ κυριότερα βιβλία του: Ποίηση: «Ποιήματα» συγκεντρωτικὴ ἔκδοση, 1998. «Ἡ Πιὸ Βαθιὰ Πληγή» 1998. Πεζογραφία: «Ἡ Κάτω Βόλτα» (διηγήματα καὶ μικρὰ πεζά, συγκεντρωτικὴ ἔκδοση, 1991). «Τέσσερα Παραμύθια: Σπουδὲς Λαϊκοῦ Λόγου» 1995. «Πίσω Ἀπ᾿ τὴν Ἁγια-Σοφιά» (ἀφήγημα, 1997). Μετάφραση: «Ἐντευκτήριο» (μεταφράσεις, συγκεντρωτικὴ ἔκδοση, 1989). «Τὸ Ἅγιο & Ἱερὸ Εὐαγγέλιο κατὰ τὸν Ματθαῖο» (μετάφραση, 1997). «Ἀρχαία Ἑλληνικὰ Λυρικὰ Ποιήματα» (μεταφράσεις, 2005). Δοκίμιο: «Δοκίμια» (συγκεντρωτικὴ ἔκδοση, 1999). Κριτική: «Ἀποθήκη Α´» (βιβλιοκρισίες, 1978). «Τὰ Ἀλαμπουρνέζικα, ἢ, Ἡ γλῶσσα τῶν Σημερινῶν Κουλτουριάρηδων» (συζήτηση, 1991). Μελέτη: «Συμπληρώνοντας κενά» (φιλολογικὲς μελέτες 1988). «Μελέτες Γιὰ Τὸν ΣΟΛΩΜΟ» (2001). «Στιχάκια Τοῦ Στρατοῦ» (μελέτη, ἀνθολογία, 2004). Γιὰ τὸ ρεμπέτικο: «Εἰσαγωγὴ στὰ Ρεμπέτικα» (1991). «Ὁ Βασίλης Τσιτσάνης & Τὰ Πρῶτα Τραγούδια Του» (1994). «Τὸ Ρεμπέτικο & Ἡ Θεσσαλονίκη» (1999). Γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη: «Ἑλληνικὲς Ἐκδόσεις στὴ Θεσσαλονίκη Ἐπὶ Τουρκοκρατίας» (1980). «Ἑλληνικὲς Ἐφημερίδες στὴ Θεσσαλονίκη ἐπὶ Τουρκοκρατίας» (1992). «Λογοτεχνικὲς Ἐκδόσεις Θεσσαλονίκης, 1850-1950» (1997). «Λογοτεχνικὰ Περιοδικὰ Θεσσαλονίκης 1850-1950, Σύντομο Διάγραμμα» (1999). Γιὰ τὴ Μακεδονία: «Λογοτεχνικὲς Ἐκδόσεις Μακεδονικῶν Πόλεων Πλὴν Θεσσαλονίκης, 1879-1950» (1998). «Ὁ Παῦλος Μελᾶς σὲ Ποιήματα Μακεδόνων Ποιητῶν» (2004). Οἱ κυριότεροι δίσκοι - κασέτες - CD: Ποιήματα: «Ὁ Ντῖνος Χριστιανόπουλος διαβάζει Χριστιανόπουλο» (δίσκος, 1988). «Ὁ Ντῖνος Χριστιανόπουλος διαβάζει τὴ "Νεκρὴ Πιάτσα"» (κασέτα, 1993). Τραγούδια: «Ὁ Ντῖνος Χριστιανόπουλος τραγουδάει τὰ τραγούδια Του» (κασέτα 1982). «Βαρδάρι & Ἐγνατία» (τραγούδια, κασέτα, 1990). «Τὸ Αἰώνιο Παράπονο» (τραγούδια, δίσκος, 1994). «Μὲ τέχνη & μὲ πάθος» (τραγούδια, CD, 1998).

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ελένη Βακαλό "Εξομολόγηση"

Ελένη Βακαλό 

Εξομολόγηση


Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά
Ας γραφεί με το αληθινό όνομα της
Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η
Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική
Αφού έτσι πρέπει
Να πονέσω
Ακόμα πιο πολύ
Γι’ αυτό

Μπορούσα να αμύνομαι
Τώρα το λέω μοναξιά

Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.
Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.
Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.
Είναι αρκετός καιρός.

Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα
Σήμερα
Να υπονοηθούν
Δεν είναι από αγάπη
Το θέλησα
Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς
Μόνο για να μπορέσω
Από κάπου να βγω

(Στιγμή μεγάλης αναπνοής)

Αυτό το ποίημα
Είναι η τελευταία μου επαναστατική πράξη
Πριν υποκύψω
Στων αλλοφύλων τις συμβουλές



Η Ελένη Βακαλό, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς Δωδεκανήσιους. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Αρχαιολογία και το 1948 παρακολούθησε μαθήματα Αισθητικής στη Σορβόννη στο Παρίσι. Στη συνέχεια δίδαξε Νέα Ελληνικά και ασχολήθηκε με την κριτική των εικαστικών τεχνών. Διατέλεσε διευθύνουσα και καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στη «Σχολή Διακοσμητικών και Εφαρμοσμένων Εικαστικών Σπουδών Βακαλό».

Πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή Θέμα και παραλλαγές (1945) και ακολούθησε η συλλογή Στη μορφή των θεωρημάτων (1951). Η ποιήτρια σε γενικές γραμμές χρησιμοποιεί στο έργο της ασυνήθιστη θεματική και εξίσου ασυνήθιστα εκφραστικά μέσα. Με την ποίησή της πλάθει έναν κόσμο παραμυθιού που την οδηγεί στην αναζήτηση της μυστικής και αθέατης πλευράς των πραγμάτων, συνάπτοντας στενές σχέσεις με τα αντικείμενα, τα ανόργανα στοιχεία της φύσης και τα ζώα. Η Βακαλό μέσα από τα αντικείμενα καταλήγει στην περιγραφή ενός ανθρώπινου φόβου απέναντι σε μια οριστικά χαμένη αληθινή ζωή, όπως την αντιλαμβάνεται το ποιητικό υποκείμενο. Με αυτό τον τρόπο εκφράζει μια τάση φυγής αλλά και ένα αίσθημα απογοήτευσης από την ανθρώπινη συμπεριφορά και το κοινωνικό ψεύδος.

Εκτός από την ποίηση η Βακαλό έγραψε επιστημονικά δοκίμια για την Ιστορία της Τέχνης.