Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου. Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης. Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι! Ίσως αρπάξεις απ' τη γη μου και την τελευταία σπιθαμή. Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου- πιθάρια, έπιπλα και σκεύη-. Ίσως καθίσεις παν' απ' το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι! Ίσως από τις νύχτες μου να σβήσεις κάθε φως. Ίσως να στερηθώ της μάνας το φιλί.v Ίσως κι ένα παιδί να βρίσει το λαό μου, τον πατέρα μου. Ίσως να κλέψεις μια στιγμή απροσεξίας από τον φύλακα των πόνων μου. Ίσως πλαστογραφήσει την Ιστορία μου ένας δειλός, μυθομανής, θρησκόληπτος.
Ίσως στερήσεις στα παιδιά μου καινούριο ρούχο στη γιορτή. Ίσως με δανεισμένο πρόσωπο τους φίλους μου πλανέψεις. Ίσως υψώσεις γύρω μου τείχη ...τείχη...τείχη ... Ίσως τις μέρες μου καρφώσεις στο σταυρό του εξευτελισμού εχθρέ του ήλιου αλλά δεν παζαρεύω κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι! Εχθρέ του ήλιου στο λιμάνι στολίσματα, χαιρετισμοί, φωνές χαράς και αχολόι και τα πολεμικά τραγούδια μας φλογίζουν τα λαρύγγια κι ένα πανί μες στον ορίζοντα που προκαλεί τον άνεμο και τη φουρτούνα και ξεπερνάει τον κίνδυνο είναι του Οδυσσέα που επιστρέφει απ' του χαμού τη θάλασσα επιστροφή του ήλιου, του ξενιτεμένου και όρκο βάνω στα μάτια τους δεν παζαρεύω κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι... θ' αντιστέκομαι!
Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ είναι ένας από τους διασημότερους Παλαιστίνιους ποιητές. Γεννημένος το 1939 στη Γαλιλαία της Παλαιστίνης, κρατήθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του και φυλακίστηκε από τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πολλές φορές για τις ενέργειές του. Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ έχει δημοσιεύσει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές και πολλές από αυτές έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά όπως επίσης και πολλά από τα πατριωτικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί. Είναι διευθυντής της έκδοσης της Παλαιστινιακής εφημερίδας "Κουλ Ελ Αράμπ".
Είμαι θλιμμένη Νιώθω πως το μέλλον είναι ανέλπιδο και ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να καλυτερέψουν Νιώθω πλήξη και δεν ικανοποιούμαι με τίποτα Απέτυχα πλήρως σαν άνθρωπος Είμαι ένοχη και τιμωρούμαι Θέλω να σκοτωθώ Κάποτε μπορούσα να κλαίω αλλά τώρα είμαι αδάκρυτη Έχασα το ενδιαφέρον μου για τους ανθρώπους Δεν μπορώ να παίρνω αποφάσεις Δεν μπορώ να φάω Δεν μπορώ να κοιμηθώ Δεν μπορώ να σκεφτώ Δεν μπορώ να ξεπεράσω τη μοναξιά μου, το φόβο μου, την αηδία μου ... Δεν μπορώ να γράψω Δεν μπορώ να αγαπήσω...
Στις 4.48 όταν κάνει επιδρομή η κατάθλιψη θα κρεμαστώ στον ήχο της ανάσας του εραστή μου
Δεν θέλω να πεθάνω
Έχω τόσο αποκαρδιωθεί από το δεδομένο της θνητότητάς μου που έχω αποφασίσει να αυτοκτονήσω.
Λαχταρώ
Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου. Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου, Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου, Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό, Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου, Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο, Και να σου τρίβω το σβέρκο σου, Και να σου φιλάω τα πόδια σου, Και να σου κρατάω το χέρι σου, Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου, Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου, Και να γελάω με την παράνοια σου, Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο, και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν, Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα, Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα, Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο, Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ, Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα. Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου. Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου, Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου, Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ, Και να τρελαίνομαι όταν αργείς, Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα, Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια, Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός, Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο, Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς, Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου, Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή. Και ν” ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου, Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου, Και να τρομάζω όταν θυμώνεις, Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο, Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία, Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς, Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω, Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω, Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι, Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου, Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες, Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις, Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς, Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω, Και ν” αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ” το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω, Και ν” αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι, Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ” αγαπούσε, Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις, Και να σ” αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια, Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα, Και να μη σ” αφήνω να σηκωθείς απ” το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις, Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω, Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι, Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα, Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα, Και να θέλω ότι θέλεις, Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής, Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου, Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς, Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ” ζωή σου, Και να ξεχνάω ποιος είμαι, Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί, Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο Τον ακάθεκτο Τον ακατάλυτο Τον ακατάσβεστο Τον μεταρσιωτικό Τον ψυχαναλυτικό Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή, ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Στις τρεις Φεβρουαρίου 1971 γεννήθηκε στο Essex της Αγγλίας η θεατρική συγγραφέας Sarah Kane. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Bristol και του Birmingham και αρχικά φιλοδοξούσε να ασχοληθεί με την ποίηση, αλλά αδυνατώντας να εκφράσει τα συναισθήματά της μέσα από αυτή τη μορφή γραφής στράφηκε προς το θέατρο.
Στα έργα της κυριαρχεί η βία και τα θέματα που πραγματεύεται είναι ο θάνατος, ο πόνος, η τρέλα, τα παραληρήματα, η σεξουαλική απόγνωση και η αγάπη. Με το πρώτο της κιόλας θεατρικό «Blasted» προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο στην Αγγλία, καθώς η μία σκηνή βιαιότητας διαδέχονταν την άλλη. Οι κριτικοί λοιδόρησαν το έργο αλλά υπήρξανε ομότεχνοί της που υπερασπιστήκανε την αξία του, όπως ο Harold Pinter.
Ακολούθησε το «Phaedra’s love», που αποτελεί μια διακειμενοποίηση στην «Φαίδρα» του Σενέκα, με το οποίο κέρδισε και την αποδοχή των κριτικών και κατόπιν ακόμη τρία έργα, «Cleansed», «Crave» και «4.48 psychosis».
Η Σάρα Κέιν έπασχε από κατάθλιψη και αυτοκτόνησε τον Φεβρουάριο του 1999, ενώ νοσηλευόταν σε νοσοκομείο τού Λονδίνου.
Κύριο Κουρτς –πέθανε.
Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάι
I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραφουσκωμένοι άνθρωποι
Γέρνοντας μαζί
Με την περικεφαλαία γεμάτη με άχυρο. Αλίμονο!
Οι εξαντλημένες μας φωνές όταν
Μαζί ψιθυρίζουμε
Είναι βουβές και άσκοπες
Όπως ο αέρας στο ξερό χορτάρι
Ή τα πόδια των ποντικών πάνω σε σπασμένα γυαλιά
στο ξηρό μας κελάρι
Μορφή δίχως φόρμα, σκιά δίχως χρώμα,
Δύναμη παραλυμένη, χειρονομία δίχως κίνηση˙
Εκείνοι που διέσχισαν
Με το βλέμμα ευθύ, στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —όπως ήμασταν— όχι σαν χαμένες
λυσσαλέες ψυχές, αλλά μοναχά
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Του παραφουσκωμένους ανθρώπους.
ΙΙ
Βλέμματα που δεν τολμώ στο όνειρο να αντικρίσω
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα βλέμματα είναι
Ηλιόφως σε έναν σπασμένο κίονα
Εκεί, είναι ένα δέντρο που ταλαντεύεται
Και υπάρχουν φωνές
Στου ανέμου το τραγούδι
Πιότερο μακρινές και ακόμα πιο ιερές
Απ’ ότι ένα αστέρι που σβήνει.
Ας μη βρεθώ πιο κοντά
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι ακόμα ας ντυθώ
Με μια τέτοια προμελετημένη μεταμφίεση
Τη δορά του ποντικού, το πετσί του κορακιού, σανίδια σταυρωτά
Σε ένα λιβάδι
Και όπως φυσάει ο άνεμος τα πάει
Όχι πιο κοντά—
Όχι αυτή η τελική συνάντηση
Στο βασίλειο του λυκόφωτος.
ΙΙΙ
Αυτή είναι η νεκρή χώρα
Αυτή είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα λίθινα ειδώλια
Υψώνονται, εδώ δέχονται
Την ικεσία από το χέρι ενός νεκρού ανθρώπου
Κάτω από την μαρμαρυγή ενός αστεριού που σβήνει.
Κάπως έτσι είναι
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Εκείνη την ώρα που εμείς
τρέμουμε με τρυφερότητα
Χείλη που θα φιλούσαν
Πλάθουν προσευχές για τη σπασμένη πέτρα.
IV
Τα βλέμματα δεν είναι εδώ
Εδώ δεν υπάρχουν βλέμματα
Σ’ αυτή την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ’ αυτή την κούφια κοιλάδα
Το σπασμένο αυτό σαγόνι των χαμένων βασιλείων μας
Σε αυτόν τον ύστατο τόπο συνάντησης
Μαζί ψαχουλεύουμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Συγκεντρωμένοι στην αμμούδα του ξεχειλισμένου ποταμού
Τυφλοί, εκτός κι αν
Τα μάτια επανέλθουν
Όπως το αιώνιο άστρο
Ρόδο εκατόφυλλο
Της λυκόφωτης του θανάτου βασιλείας
Η ελπίδα μόνο
Των κενών ανθρώπων.
V
Γύρω-γύρω όλοι
Φραγκόσυκο στη μέση
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε ξημερώνει
Μεταξύ της ιδέας
Και της πραγματικότητας
Μεταξύ της κίνησης
Και της πράξης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Μεταξύ της επινόησης
Και της δημιουργίας
Μεταξύ του αισθήματος
Και της ανταπόκρισης
Ενσκήπτει η Σκιά
Η ζωή είναι μακριά πολύ
Μεταξύ της επιθυμίας
Και του σπασμού
Μεταξύ της ισχύος
Και της ύπαρξης
Μεταξύ της ουσίας
Και της πτώσης
Ενσκήπτει η Σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο αλλά με ένα κλαψούρισμα
O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 26 Σεπτεμβρίου 1888 - 4 Ιανουαρίου 1965), Μέλος του Τάγματος της Αξίας ήταν Αμερικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα και ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Το 1948 βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν το Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Προύφροκ (1910), η Έρημη Χώρα (1922), τα Τέσσερα κουαρτέτα (1943) καθώς και το θεατρικό έργο Φονικό στην Εκκλησιά (1935).
Μὰ τί ἔχει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ὅλο τὸ ἀπόγευμα (χτὲς προχτὲς καὶ σήμερα) κάθεται μὲ τὰ μάτια καρφωμένα σὲ μία φλόγα σκόνταψε πάνω μου τὸ βράδι καθὼς κατέβαινε τὴ σκάλα μου εἶπε: «Τὸ κορμὶ πεθαίνει τὸ νερὸ θολώνει ἡ ψυχὴ διστάζει κι ὁ ἀγέρας ξεχνάει ὅλο ξεχνάει μὰ ἡ φλόγα δὲν ἀλλάζει». Μοῦ εἶπε ἀκόμη: «Ξέρετε ἀγαπῶ μία γυναίκα ποὺ ἔφυγε ἴσως στὸν κάτω κόσμο δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ ποὺ φαίνομαι τόσο ἐρημωμένος προσπαθῶ νὰ κρατηθῶ ἀπὸ μία φλόγα γιατὶ δὲν ἀλλάζει». Ὕστερα μοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία του.
Λίγο ἀκόμα
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν, νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.
Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα.
Η λυπημένη
Στην πέτρα της υπομονής κάθισες προς το βράδυ με του ματιού σου το μαυράδι δείχνοντας πως πονείς·
κι είχες στα χείλια τη γραμμή που είναι γυμνή και τρέμει σαν η ψυχή γίνεται ανέμη και δέουνται οι λυγμοί·
κι είχες στο νου σου το σκοπό που ξεκινά το δάκρυ κι ήσουν κορμί που από την άκρη γυρίζει στον καρπό·
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός δε βόγκηξε κι εγίνη το νόημα που στον κόσμο δίνει έναστρος ουρανός. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971) Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο. Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Από το 1918 ως το 1924 έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το 1926 πέθανε η μητέρα του και στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία. Διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ και διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, που ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Τότε πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη. Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ.Παπατσώνη. Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 παντρεύτηκε τη Μαρώ Ζάννου, εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41 και ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική. Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα. Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard , εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης - Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας. Το 1947 τιμήθηκε με το έπαθλο Παλαμά και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα. Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1950 πέθανε ο αδερφός του Άγγελος στην Αμερική. Τον ίδιο χρόνο ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας του · διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό και το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955). Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962. Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία. Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Πέθανε το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου. Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Σεφέρη βλ. Σαββίδης Γ.Π., Σχεδίασμα χρονολογίας Γιώργου Σεφέρη (1873-1962). Αθήνα, ανάτυπο από το περιοδικό Εποχή, 1963, Τσάτσου Ιωάννα, Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης. Αθήνα, Εστία, 1973, Vitti Mario, «Στοιχεία χρονολογίας. Η ζωή και το έργο του Σεφέρη», Φθορά και λόγος· Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα, Εστία, 1978, Τετράδια Ευθύνης25, 1986, Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Γιώργου Σεφέρη», Διαβάζω142, 23/4/1986, σ.38-50 και Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Σεφέρης Γιώργος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών δεν αποκρίνεται κανείς. Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα. Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της και με τυφλώνουν ρεκλάμες. Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες. Βόρειο πλάτος, αίμα. Βόρειο μήκος, θάνατο.
Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις. Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι, αν σου μιλήσει μια λέξη μου σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι - Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου; Θα βρεις τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια; Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους; Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι - τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου. Είμαι ότι δεν έχω γίνει ακόμα - μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος. Είμαι ότι πρέπει να γίνω- γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν. Μη με γυρέψεις αλλού μονάχα εδώ να με γυρέψεις μόνο σε μένα.
Μέτρημα του χρόνου
Όπως πλησιάζουν τα τσιγάρα μας τη νύχτα κι από μια καύτρα χωρίζουν δυό έτσι κι οι άνθρωποι συναντιούνται και χωρίζουν από κρατητήριο σε κρατητήριο από στρατόπεδο σε στρατόπεδο από σκηνή σε σκηνή. Σαν τα τζιτζίκια που όταν δε βρίσκουν δέντρα σκαλώνουν στα τηλεγραφόξυλα κι εμείς όπου βρεθούμε ριζώνουμε για λίγο μετρώντας το χρόνο με τις βδομάδες, με τους μήνες με τις εποχές. Τώρα έχουμε όλοι ξύλινα καραβάκια τα βάζουμε δίπλα στα βιβλία τα στέλνουμε στους δικούς μας αποχτήσαμε πιάτα και γυάλινα ποτήρια – δεν έχουμε τίποτα, μας τα έκλεψαν όλα έμεινε η λάσπη μες στο στόμα. Είμαστε ντυμένοι ένα μαλακό δέρμα που ξεσκίζεται εύκολα. «Τη Βούλα έπρεπε να τη δεις στην Απελευθέρωση τώρα έρεψε, η δουλειά, οι γέννες, τα τρεχάματα στο τμήμα.» «Ο Γιώργης έβγαζε τα χαρτιά του για την Αμερική όταν τον σκοτώσανε στη Χαλκίδα, πριν απ’ το δημοψήφισμα.» «Ο Ντίνος τα κατάφερε, δηλαδή τι τα κατάφερε τα μούντζωσε όλα, τώρα έχει πιαστεί γερά στον Καναδά.» «Το πάτωμα βούλιαζε κάτω απ’ τον μπουφέ κι εκείνη αγκομαχούσε να τον αλφαδιάσει. Παράτα τον, της έλεγα, τζάμπα βασανίζεσαι. Έτσι μια Κυριακή πρωί έσπασε το αγαλματάκι.» «Ο καπνός από τα Λιπάσματα νύχτα μέρα κρέμεται πάνω από τη γειτονιά, σε πνίγει, χημικές ουσίες, που να φύγει αυτός ο βήχας.» κι εδώ δε μένουμε άνεργοι, παλεύουμε για την επιβίωση βάζουμε υπογραφές για την ειρήνη, στέλνουμε καταγγελίες κρατάμε ένα χαράκωμα. Όμως τα χρόνια δεν τα ζούμε, τα μετράμε, τα σπρώχνουμε να φύγουν.
Η Σάρκα
Η σάρκα μου πάντα πονάει στα χτυπήματα πάντοτε χαίρεται στα χάδια. Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.
Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος των ηθοποιών Σπύρου και Λέλας Πατρικίου. Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Άη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967. Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό Ξεκίνημα της Νιότης, ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χωματόδρομος. Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίτου Πατρίκιου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Τίτος Πατρίκιος», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.566-568. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Αργυρίου Αλεξ., «Πατρίκιος Τίτος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά
Ας γραφεί με το αληθινό όνομα της
Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η
Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική
Αφού έτσι πρέπει
Να πονέσω
Ακόμα πιο πολύ
Γι’ αυτό
Μπορούσα να αμύνομαι
Τώρα το λέω μοναξιά
Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.
Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.
Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.
Είναι αρκετός καιρός.
Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα
Σήμερα
Να υπονοηθούν
Δεν είναι από αγάπη
Το θέλησα
Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς
Μόνο για να μπορέσω
Από κάπου να βγω
(Στιγμή μεγάλης αναπνοής)
Αυτό το ποίημα
Είναι η τελευταία μου επαναστατική πράξη
Πριν υποκύψω
Στων αλλοφύλων τις συμβουλές
Η Ελένη Βακαλό, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς Δωδεκανήσιους. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Αρχαιολογία και το 1948 παρακολούθησε μαθήματα Αισθητικής στη Σορβόννη στο Παρίσι. Στη συνέχεια δίδαξε Νέα Ελληνικά και ασχολήθηκε με την κριτική των εικαστικών τεχνών. Διατέλεσε διευθύνουσα και καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στη «Σχολή Διακοσμητικών και Εφαρμοσμένων Εικαστικών Σπουδών Βακαλό».
Πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή Θέμα και παραλλαγές (1945) και ακολούθησε η συλλογή Στη μορφή των θεωρημάτων (1951). Η ποιήτρια σε γενικές γραμμές χρησιμοποιεί στο έργο της ασυνήθιστη θεματική και εξίσου ασυνήθιστα εκφραστικά μέσα. Με την ποίησή της πλάθει έναν κόσμο παραμυθιού που την οδηγεί στην αναζήτηση της μυστικής και αθέατης πλευράς των πραγμάτων, συνάπτοντας στενές σχέσεις με τα αντικείμενα, τα ανόργανα στοιχεία της φύσης και τα ζώα. Η Βακαλό μέσα από τα αντικείμενα καταλήγει στην περιγραφή ενός ανθρώπινου φόβου απέναντι σε μια οριστικά χαμένη αληθινή ζωή, όπως την αντιλαμβάνεται το ποιητικό υποκείμενο. Με αυτό τον τρόπο εκφράζει μια τάση φυγής αλλά και ένα αίσθημα απογοήτευσης από την ανθρώπινη συμπεριφορά και το κοινωνικό ψεύδος.
Εκτός από την ποίηση η Βακαλό έγραψε επιστημονικά δοκίμια για την Ιστορία της Τέχνης.
Ἑφτὰ μέρες Ἡ μιὰ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἄλλη Δεμένες Ὁλόιδιες Σὰ χάντρες κατάμαυρες Κόμπο λογιῶν του Σεμιναρίου.
Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό. Ἕξι μέρες ὅλες γιὰ μία Ἕξι μέρες ἀναμονὴ Ἕξι μέρες σκέψη Γιὰ μία μέρα Μόνο γιὰ μία μέρα Μόνο γιὰ μίαν ὥρα Ἀπόγευμα κι ἥλιος.
Μιὰ μέρα ἀμφίβολης χαρᾶς Ἴσως μόνο μίαν ὥρα Λίγες στιγμὲς Τὸ βράδυ ἀρχίζει πάλι ἡ ἀναμονὴ Πάλι μίαν ἑβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό
Σήμερα βρέχει ἀπ᾿ τὸ πρωί. Ἕνα κίτρινο χιονόνερο.
Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Κυριακή απόγευμα»
Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο ιπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι μπάντα δύσκολη.
Κυριακή, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ενώ σπανιότερα αναφέρεται ως έβδομη ημέρα της εβδομάδας, με πρώτη τη Δευτέρα.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι η μέρα του Κυρίου και εκεί οφείλει την ονομασία της. Η Κυριακή είναι, για τους περισσότερους εργαζόμενους η μέρα της εβδομαδιαίας αργίας, εντούτοις αρκετές κατηγορίες εργαζόμενων εργάζονται και την Κυριακή.
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, με φωνές— την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου· μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους· να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά· σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με— όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη, κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα· όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα, όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...
Περιμένοντας τους Bαρβάρους
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη, και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες· γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους, και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια· γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα· κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν). Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες, κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν. Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης υπήρξε το ένατο παιδί τού μεγαλεμπόρου Πέτρου Καβάφη. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1863, όπου οι γονείς του εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη, και πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1933, της οποίας υπήρξε η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία. Ο Καβάφης υπήρξε στην κυριολεξία μόνο ποιητής και μάλιστα από τους μεγαλύτερους των χρόνων από το Εικοσιένα ίσαμε σήμερα. Eζησε αρκετά χρόνια της παιδικής του ηλικίας στην Αγγλία και την επισκέφτηκε και μεγάλος. Επισκέφτηκε την Πόλη για δυο χρόνια 1882 1884, και το 1885 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Από τότε έμεινε μόνιμα στην αγαπημένη του πόλη, πραγματοποιώντας μικρά ταξίδια στο Κάιρο, ένα στην Ελλάδα κι ένα για λίγους μήνες στο Παρίσι και το Λονδίνο. Το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα το έκανε το 1932, για λόγους υγείας, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του. Ο Καβάφης γνώριζε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, καθώς και αραβικά. Υπηρέτησε 34 χρονιά ως υπάλληλος στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου και έζησε τη ζωή του μόνος, εργένης και ανύπαντρος. Εκτός από δυο χρόνια που φοίτησε στο ελληνικό εκπαιδευτήριο τού Παπαζή στην Αλεξάνδρεια, τα γράμματα τα έμαθε με οικοδιδασκάλους και την πλατύτερη λογοτεχνική, ιστορική και φιλοσοφική του καλλιέργεια την απόχτησε μόνος του. Ήταν κάτοχος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και γνώριζε σε βάθος την ελληνική ιστορία, την ελληνική κλασσική παιδεία και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. O Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα σε ηλικία 21 ετών, και εξακολούθησε να γράφει μέχρι το θάνατό του. Τα ποιήματά του, όλα στην ελληνική, δεν τα εξέδωσε ποτές σε βιβλίο. Τα κυκλοφορούσε στην αρχή σε «φέιγ-βολάν», πού μοίραζε στους φίλους του. Από το 1886 άρχισε να τα δημοσιεύει σε περιοδικά επηρεασμένα από τους Αθηναίους ποιητές του καιρού του. Από το 1900 όμως εγκαινίασε τη δική του προσωπική ποίηση, που έφερε έναν καινούριο τόνο στον ελληνικό Παρνασσό, και της οποίας η υποβολή χρειάστηκε μακριά πίστωση χρόνου ώσπου να επιτευχθεί. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και η αντίδραση, που γνώρισε υπήρξαν πρωτοφανείς. Αν εξαιρέσουμε τον Γρηγόριο Ξενόπουλο κι έναν - δυο ακόμα, οι περισσότεροι σύγχρονοί του λόγιοι δεν μπόρεσαν ν' αντιληφθούν τίποτα από το πρωτόφαντο και το ιδιότυπο της ποίησής του, ούτε την επανάσταση που πραγματοποιούσε στα ποιητικά καθιερωμένα «του ακατάσχετου ρητορισμού, της ομοικατάληκτης φλυαρίας και του κενόλογου στόμφου» όπως γράφει ο Ι.Μ. Παπαφώτης. Ένας αξιόλογος κατά τα άλλα - κριτικός της λογοτεχνίας μας, ο Ηλίας Βουτιερίδης έγραψε: «Πολλοί στίχοι του είναι περισσότερο πεζογραφήματα. Η φαινομενική φιλοσοφία του είναι ρηχή και κοινοτοπίες. Ο θαυμασμός ορισμένων ανθρώπων στην ποίησή του είναι συρμός, που γρήγορα θα περάσει». Κι όμως, ο Καβάφης μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Αρνητική στάση κράτησε στην αρχή κι ο Παλαμάς. Αργότερα όμως αναγνώρισε στο έργο του τον αληθινό ποιητή. Αρνητές του υπήρξαν ακόμα ο φώτος Πολίτης, ο Ταγκόπουλος, ο Π. Βλαστός, ο Γιάννης Ψυχάρης κυρίως για τη μεικτή, καθαρευουσιάνικη γλώσσα του - κι έφτασε σε σημείο να γράψει την παρακάτω φράση για τον Καβάφη «... Κι έτσι έγινε πολύ εύκολα ο Καβάφης ο Καραγκιόζης της Δημοτικής». Πόσο θα λυπόταν ο μεγάλος Δάσκαλος, αν ζούσε σήμερα, για τον άπρεπο αυτό λόγο. Το ίδιο έπαθε και ο Γ. Θεοτοκάς, όταν έγραψε με πάθος στο «Ελεύθερο πνεύμα» του το 1929: «Σε μια συνεδρίαση του Κακουργοδικειου, συχνά σε μια απλή δικογραφία διαζυγίου, υπάρχει... περισσότερη ανθρωπότητα, παρά σ' ολόκληρο το καβαφικό έργο... Το καβαφικό έργο είναι σαν ένα σπυρί που τυράννησε έναν οργανισμό πολύν καιρό και τέλος ανοίγει και χύνει το πύο του». Και παρακάτω: «Προσωπικά, ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής!» Αργότερα ο ίδιος θ' απολογηθεί στην «Πνευματική πορεία του»: «Ήμουν πολύ νέος και νέος σε μια εποχή γενικής ευρωπαϊκής και ελληνικής αισιοδοξίας... Πίστευα με πάθος στον τόπο μου, στη γενιά μου, στο μέλλον μας και λάτρευα τη ζωή... Ξεκινώντας με τέτοιες διαθέσεις, νόμισα ξαφνικά πως είδα τον Καβάφη να με σαρκάζει αμείλικτα, μέσα από τους θολούς ατμούς της κουρασμένης ευαισθησίας του και της πικρής σοφίας του...». Εκείνα πού περισσότερο ξάφνιασαν τους λόγιους στην ποίηση του Καβάφη, ήταν η ιδιότυπη γλώσσα του, το απροσδόκητο της τεχνοτροπίας του, το στιχουργικό παίγνιό του, οι διαυγείς φιλοσοφημένες συλλήψεις του, με δυο λόγια η προσωπική και ανεπανάληπτη ποιητική τέχνη του. «Ετσι, από τον αιφνιδιασμό αυτόν οι μορφωμένοι της εποχής εκείνης - γράφει ο Πέτρος Χάρης - βγήκαν κάτι περισσότερο από ζημιωμένοι: ούτε λίγο, ούτε πολύ, έδειξαν πως δεν ήταν σε θέση να νιώσουν έναν αληθινό ποιητή. Κι ο Καβάφης ήταν ο προσωπικότερος ποιητής μας». Το έργο του Καβάφη δεν επιβάλλεται με τον όγκο του, αλλά με την ποιότητά του. Κάθε ποίημά του είναι και μια ολοκληρωμένη ποιητική μονάδα. Ο ποιητής Καβάφης, χωρίς λυρικά ψιμύθια, χωρίς ποιητικούς ακροβατισμούς και στείρα πολυλογία, περικλείει σε κάθε του ποίημα μιά ολόκληρη σύνθεση, που αποτελεί ορόσημο στην ποίησή μας. Βέβαια είπε πολύ λιγότερα απ'όσα μπορούσε να πει ένας άνθρωπος με τη φιλοσοφική του διάθεση. Μπορεί ο στίχος του να μην μας ενθουσιάζει. Μας κάνει όμως κάτι καλύτερο , μας κάνει να σκεφτούμε. Σ' αυτόν τον τόπο που τον κατάστρεψαν οι ενθουσιασμοί, τα μεγάλα λόγια και οι εύκολες αποφάσεις, ο ποιητής μας παραστέκεται σαν οδηγός και σύμβουλος. «Προετοιμάζει τον άνθρωπο για τις μεγάλες περιπέτειες, για τα φοβερά διλήμματα, για τις κρίσιμες στιγμές, και τον οπλίζει με την καρτερία και την αξιοπρέπεια, που πρέπει να έχει όποιος δεν θέλει να ποδοπατηθεί από τη ζωή». Μερικά από τα ποιήματα του Καβάφη έγιναν σήμερα κτήμα όλων των λαών. θ' αναφέρουμε μερικά: H πόλις, Θερμοπύλες, Κεριά, Τείχη, Oσο μπορείς, Yπέρ της Αχαικής συμπολιτείας πολεμήσαντες, Το πρώτο σκαλί, Κ.ά. Η Πόλις προδικάζει τελεσίδικα τη διαιώνιση της μεγάλης περιπέτειας «σ'όλη τη γη». Οι Τρώες μας δείχνουν πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε το πεπρωμένο μας (στωικισμός). Οι Θερμοπύλες είναι η φιλοσοφία της ζωής. Ο άνθρωπος πρέπει σε κάθε περίπτωση να κάνει το χρέος του, να μην εγκαταλείπει τον αγώνα. Αλλά, με στοχασμό, και θέληση, να μάχεται όχι για τη νίκη, αλλά για τα ιδανικά του, για ό,τι πιστεύει και για ό,τι νομίζει. Στο δε ποίημά του Ιθάκη μας δίνει το καταστάλαγμα της φιλοσοφίας της ζωής, για όλους τους ανθρώπους της γης. Όταν ωριμάσει πια ο άνθρωπος βλέπει πόσο μάταιοι ήταν όλοι οι κόποι του στη ζωή, και μόνο η πείρα που κέρδισε από τους αγώνες του δικαιώνει την προσπάθειά του: ...Κι αν πτωχική τη βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες, οι Ιθάκες τι σημαίνουν. Η ποίηση του Καβάφη έχει, από χρόνια τώρα, ξεπεράσει τα Ελληνικά πλαίσια και εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή και αμερικανική. Η ένταξη αυτή υπογραμμίζει την ποιητική του ιδιοφυΐα και τη μεγαλοσύνη του. Ποιητής ανεπανάληπτος, γέμισε με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή. Με το έργο του η ελληνική ποίηση απλώθηκε στον πλατύτερο ευρωπαϊκό χώρο, γιατί πολλά από τα ποιήματά του, είναι ποιήματα κάθε εποχής και κάθε λαού. Κι αυτά του εξασφάλισαν την παγκοσμιότητα.